Saturday, March 06, 2010

Κάθαρση

Για μια λέξη θα σας μιλήσω σήμερα. Μια λέξη που τη μαθαίναμε στο σχολείο, λέξη της παλιάς μας γλώσσας, της αρχαίας ελληνικής, που όμως, όπως και πολλές, πάρα πολλές άλλες, τη χρησιμοποιούμε και σήμερα. Τη λέξη τη μαθαίναμε στην αρχαία τραγωδία, στην εισαγωγή της τραγωδίας. Πρόκειται για την τελευταία λέξη του πασίγνωστου αριστοτελικού ορισμού της τραγωδίας. Κάθαρση. Την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν, παπαγαλίζαμε τότε. Και προσπαθούσαν οι δάσκαλοί μας να μας εξηγήσουν: όταν λέμε κάθαρση, στην τραγωδία πάντοτε, τόνιζαν οι καημένοι φοβισμένοι, εννοούμε τη λύτρωση από τη συναισθηματική ένταση που προκαλεί η τραγωδία, ο εξαγνισμός των συναισθημάτων που προκαλεί, μέσα από την τελική του έκβαση το τραγικό έργο. Δυστυχώς τότε δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε στο βάθος της την έννοια αυτής της λέξης μια και ποτέ δεν τελειώναμε ένα έργο, πάντοτε το αφήναμε ημιτελές, χωρίς να περάσουμε από όλες τις καταστάσεις του τραγικού ήρωα, ώστε να μας μείνει στο τέλος το ζητούμενο της λέξης: η κάθαρση, ο εξαγνισμός που προκαλείται κλπ. κλπ. Λίγο αργότερα την ξαναβρήκαμε αυτή τη λέξη, το 1974, όταν μετά την αντιπολίτευση προχωρούσαμε, εμείς οι φοιτητές σε κάθαρση των πανεπιστημίων από τους λειτουργούς τους που είχαν συνεργαστεί με τη χούντα. Αποχουντοποίηση, το λέγαμε, και κάθαρση, το ίδιο πράγμα. Φύγαν αρκετοί τότε, αργότερα φύγαμε εμείς κι αυτοί επανήλθαν. Πάλι μισή είχε μείνει η κάθαρση, πάλι δεν την καταλάβαμε. Αφού τον είχαμε καθαρίσει τον πανεπιστημιακό χώρο, πώς αυτοί επανήλθαν; Άσε που μερικοί είχαν και φιλοσοφικά και οντολογικά ερωτήματα: Μήπως ήταν κάθαρση τελικά για το χώρο το γεγονός ότι φύγαμε εμείς; Μήπως εμείς ήμασταν το μίασμα, εμείς βρομίζαμε το πανεπιστήμιο, μήπως τώρα που αποφοιτήσαμε εμείς, αυτή η γενιά τέλος πάντων, η δική μας, μήπως τώρα μπορούν να περηφανεύονται τα ιδρύματα για την καθαριότητά τους; Κάτι τέτοια ερωτήματα που οδηγούσαν σε μια ομφαλοσκόπηση και σε μια μοιρολατρία. Πάλι όμως το νόημα της λέξης δεν το πιάσαμε, ή δεν το έπιασα, για να μιλήσω για τον εαυτό μου.
Περνώντας τα χρόνια μου δόθηκε η ευκαιρία να ακούσω πολλές φορές τη λέξη και μάλιστα από στόματα επισήμων. Κάθαρση από δω, κάθαρση από κει, τα είχα χαμένα. Καλά, τόσο βρόμικη είναι η χώρα μου, αναρωτιόμουν, που χρειάζεται κάθαρση σε τέτοιο βαθμό; Τόσο συχνά; Σε τόσο βάθος; Κάθαρση στην κρατική μηχανή από μη υγιή στοιχεία που κατά κάποιον τρόπο είχαν παρεισφρήσει, κάθαρση από ανέντιμους λειτουργούς που πάνω από το δημόσιο συμφέρον τοποθετούσαν το ιδιωτικό, το δικό τους, το προσωπικό, που χρησιμοποιούσαν τη θέση τους για να πλουτίσουν, που εκμεταλλεύονταν τον κοσμάκη, του έπαιρναν τα χρήματα ή την ψήφο και τον εγκατέλειπαν στη μοίρα του. Κάθαρση στους γιατρούς που χρηματίζονταν, κάθαρση στο στράτευμα από χουντικά στοιχεία, κάθαρση, κάθαρση, κάθαρση. Και τώρα πάλι, αυτή την εξαιρετικά δύσκολη ώρα, η λέξη ξανάρχεται στο νου, τώρα που δεν πάει παρακάτω το πράγμα, που βλέπω γύρω μου πλούσιους πολίτες και κράτος χρεωκοπημένο, τώρα η λέξη κουδουνίζει μέσα μου, αλλά κανείς πια δεν τη θυμάται. Ίσως και να την θυμούνται, αλλά προς τι να την πιπιλίσουν πάλι; Κανείς δε θα τους πιστέψει. Κάθαρση; Από τι και από ποιους;
Συχνά σκέφτομαι πως θα έπρεπε να ήμασταν κανονικά ένα τεράστιο, αυτόματο καθαριστήριο, για να προλάβουμε τόσες καθάρσεις. Ή να ήμασταν, λέει, οι περισσότεροι καθαρίστριες και καθαριστές, συνεργεία με σκούπες και σφουγγαρίστρες, και άλλα συνεργεία μετά με μπατανόβουρτσες για να περνάμε από πάνω ασβέστη, να μην ξαναπιάσει η λέρα.
Δεν ήμασταν όμως και τα μιάσματα παρέμειναν. Κι όχι μόνο έμειναν, αλλά συνεχώς ξεφύτρωναν κι άλλα. Εδώ χρειάζεται επαγγελματίας, κάτοχος των παλιών μεθόδων του εξαγνισμού, με θειάφι και φωτιά και μετά με μπόλικο νερό θαλασσινό, να περάσουμε από σαράντα κύματα τα εξαγνισμένα μέρη του δημόσιου βίου για να καθαριστούν μια και καλή. Και επειδή ο Επιμενίδης από την Κρήτη δε ζει πια για να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και με τους παλιούς, καλούς τρόπους, να εξαγνίσει τα πάντα, περιμένουμε από τους δημόσιους λειτουργούς που απέμειναν έντιμοι και που τηρούν τον όρκο τους να πάρουν αυτοί στα χέρια τους τις σκούπες και τις μπατανόβουρτσες ή τα μαχαίρια και να καθαρίσουν την κατάσταση που όζει, που ζέχνει δηλαδή.
Όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά γιατί, εκείνα τα παιδιά που παπαγάλιζαν στα σχολειά τους σε πιο δύσκολες εποχές κι έχοντας μπροστά τους δασκάλους φοβισμένους κι επιτρόπους που τους κοιτούσαν σκοτεινά, οφείλουμε να τα κάνουμε κάποτε να καταλάβουν κάποτε τη σημασία της λέξης κάθαρση.

Friday, February 12, 2010

To sir with love

Καθηγητής Νομικής εξετάζει προφορικά. Ο καθηγητής ρωτά κάτι για το άρθρο 528. έναν από τους φοιτητές. Ο φοιτητής τα χάνει, δε φαίνεται να γνωρίζει πολλά για το άρθρο, οπότε ο καθηγητής: «Δεν το έχει πάρει το μάτι σας πουθενά αυτό το άρθρο; Το μάτι σας… το αυτί σας… με τι τέλος πάντων διαβάζετε εσείς…».
Έτσι ακριβώς το είπε. Το θεώρησε έξυπνο άραγε; Χιούμορ; Δεν ξέρω. Εγώ ξέρω ότι οι πάντες, από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση μέχρι την ανώτατη ομιλούν για ήθος, για ευγένεια, για παιδαγωγική, για ψυχολογία… Απαγορεύεται ασφαλώς η χειροδικία, η γλωσσική βαρβαρότητα, η προσβολή, η λεκτική κακοποίηση, οι διακρίσεις και ο ρατσισμός. Πώς να το κάνουμε, απαγορεύονται. Άλλωστε ο δάσκαλος με τον τρόπο και τη συμπεριφορά του αποτελεί το παράδειγμα, το φως που θα προσελκύσει, ο φάρος που θα ανοίξει και θα δείξει τους δρόμους. Κι ο καθηγητής μας με μια πρότασή του τα κατάργησε όλα. Σκεφτείτε το καλά:
«Δεν το έχει πάρει το μάτι σας πουθενά αυτό το άρθρο; Το μάτι σας… το αυτί σας… με τι τέλος πάντων διαβάζετε εσείς…».
Έχει τώρα καμιά σημασία αν ο φοιτητής στον οποίο απευθύνθηκε ο κύριος καθηγητής ήταν τυφλός; Έχει;
Αυτά.

Thursday, February 04, 2010

Τσικνοπέφτη

Πού θα τσικνίσετε εσείς απόψε; Θα το ακούσω καμιά εκατοστή φορές σήμερα και πρέπει να έχω απάντηση έτοιμη. Πλησιάζει η Απόκρεως, γαρ, δηλαδή η περίοδος της αποχής από το κρέας, το λατινικό Carneval ή carnevale που θα πει ακριβώς το ίδιο πράγμα (carne δηλ. κρέας, vale δηλαδή χαίρε, ας πούμε έχε γεια καημένο κρέας), διανύουμε τη δεύτερη βδομάδα, την κατεξοχήν κρεατινή, της οποίας κεντρική ημέρα είναι η Πέμπτη, η γνωστή τσικνοπέφτη, η σημερινή ημέρα, κατά την οποία πρέπει, είμαστε υποχρεωμένοι, πώς να το κάνουμε, να φάμε κρέας. Είμαστε που είμαστε παμφάγα ζώα, αυτή την εβδομάδα και ειδικά αυτή την ημέρα γινόμαστε αποκλειστικά ζώα σαρκοφάγα.
Η ονομασία της ημέρας Τσικνοπέμπτη δεν είναι απολύτως βέβαιο από πού προήλθε. Άλλοι ισχυρίζονται ότι προήλθε από τις γυναίκες που αυτή την ημέρα έλιωναν τ’ αλείμματα κι ολόκληρος ο τόπος γέμιζε από την αναδιδόμενη κνίσα, άλλοι αποδίδουν τη λέξη στο γεγονός ότι τότε άφηναν να κολλήσει στη χύτρα το περίσσευμα του φαγητού κι άλλοι, γιατί έπρεπε καθένας να ψήσει λίγο κρέας στα κάρβουνα για να το τσικνήσει. Γεγονός είναι ότι εμείς σήμερα, εμείς που φάγαμε την περασμένη Κυριακή κρέας με πατάτες στο φούρνο, τη Δευτέρα το μεσημέρι κοτόπουλο και το βράδυ πίτες με σουβλάκι ή γύρο, την Τρίτη το μεσημέρι μπριζόλες χοιρινές και το βράδυ κλάμπ σάντουιτς, την Τετάρτη το μεσημέρι το κουνέλι που είχε φέρει η μάνα μου και το φτιάξαμε στιφάδο, ενώ το βράδυ μπουζουριάσαμε μια μέγκα πίτσα με ζαμπόν και μπέικον, θα κληθούμε απόψε να φάμε οπωσδήποτε κρέας στα κάρβουνα. Δεν είναι ζωή αυτή. Τη μια μονότονη ημέρα άλλη μονότονη ακολουθεί. Και μετά σου λένε ότι είμαστε τυχεροί εμείς σήμερα, γιατί έχουμε τόσα πράγματα να κάνουμε στην εποχή μας. Πού οι παλιότεροι που δεν είχαν τίποτα και τους είχε φάει η ανία και η πλήξη! Κοιτάζω γύρω μου κι αυτή την ποικικλία δεν την βλέπω. Κάθε μέρα στη δουλειά, κάθε μεσημέρι κρέας, κάθε βράδυ σουβλάκια και τηλεόραση να βλέπουμε τα ίδια και τα ίδια, έτσι που πια δεν μας κάνει εντύπωση, δε μας προκαλεί, έπαψε και να μας ευχαριστεί. Γι’ αυτό και κάποιοι άλλοι, όχι οι περισσότεροι αλλά αρκετοί, επιδίδονται μετά μανίας στις νέες γεύσεις, στα διάφορα σούσι, στα ριζότα, στις αστακομακαρονάδες, στους γαρυφαλοκεφτέδες, στους τηγανητούς ανανάδες και στις σάλτσες με γεύση πικραμύγδαλου. Τι να κάνουν οι άνθρωποι, κάθε μέρα κρέας δεν πάει άλλο, χρειάζεται η εναλλαγή και η ποικιλία.
Άσε δε την εβδομάδα της τυρινής, που οι καλοί χριστιανοί ακολουθώντας τη σωστή διατροφή και τα έθιμα, θα επιδοθούν στη βρώση πάσης ποικιλίας τυριού, γνωστής και άγνωστης, ελληνικού και ξένου, κυρίως γαλλικού. Έτσι για να περάσουν ομαλά από την κρεατινή, μέσω της τυρινής στη νηστεία.
Βρε, δεν τ’ αφήνετε αυτά, λέω εγώ. Ποια νηστεία και ποια τυρινή. Κάθε μέρα είναι κρεατινή. Το βλέπω ότι κάθε μέρα κρέας τρώμε, όσοι έχουμε εννοείται, γιατί υπάρχουν και άλλοι δίπλα μας, που, όπως λέει το παλιό λαϊκό τραγούδι
Εψόφησε ο Λοκάνικος
ψυχομαχάει ο Τύρος
κι η Βρούβα νη Παλιόβρουβα
στέκεται στην καβάλα
να πέσει στην τσουκάλα,
έχουν μόνο βρούβες. Υπάρχουν και κάποιοι που δεν έχουν να φάνε κρέας όχι καθημερινά αλλά ούτε και αυτή τη σημερινή, την Τσικνοπέμπτη. Και το άλλο τραγούδι, της Πελοποννήσου αυτό, για το ίδιο πράγμα λέει:
Σηκώνει ο Πράσος την ουρά κι ο Κρέμμυδος τα γένια.
Μπαλώστε τα σακούλια σας, τροχίστε τα λεπίδια
και στον τρανό τον πλάτανο να μάσουμε στεκούλια.
Και μη μου πείτε ότι αυτά τα λέγανε, τα τραγουδούσανε παλιά, που ο κόσμος δεν είχε, δεν έτρωγε, δε διασκέδαζε, δεν είχε τηλεόραση, δεν είχε θέατρα και κινηματογράφους και όπερες και νυχτερινά κέντρα και σκυλάδικα. Άντε, ανοίξτε τα μάτια σας και ρίξτε μια ματιά γύρω σας. Καλή ματιά. Όχι γύρω σας στην ταβέρνα που θα πάμε σήμερα και θα δούμε όλους τους γνωστούς εκεί να μασουλάνε τα παϊδάκια και να γλύφουν τα δάχτυλά τους στα τραπέζια όπου θα ξεχειλίζουν τα κρέατα, θα περισσεύουν και θα τα μαζεύουμε στις σακούλες να τα πάμε και στο σκυλάκι μας, ούτε και γύρω στο τζάκι μας όπου θα τζιτζιρίζει το κρέας στα κάρβουνα. Άλλη ματιά εννοώ. Πιο μακρινή. Στον ευρύτερο περίγυρό μας. Εκεί που υπάρχει και η στέρηση και η ανημπόρια και η φτώχεια. Εκεί.
Λοιπόν; Πού θα τσικνήσουμε σήμερα;

Tuesday, January 26, 2010

Τριτανταίχμης

Ο Ηρόδοτος –ξέρετε, ο πατέρας της ιστορίας- μετά τη μάχη των Θερμοπυλών, μας διηγείται το εξής περιστατικό: όταν πια οι Πέρσες νικητές, αφού έχουν σκοτώσει τους τριακόσιους Σπαρτιάτες και τους 700 –μην τους ξεχνάμε αυτούς- Θεσπιείς, αφού έχουν ασχημονήσει πάνω στο πτώμα του Λεωνίδα κι ετοιμάζονται να κατέβουν νοτιότερα για να υποτάξουν και τον υπόλοιπο Ελληνικό χώρο, δέχονται μερικούς λιποτάκτες από την Αρκαδία, μια φτωχολογιά που ήρθε να υποβάλλει τα σέβη της μπας και γλιτώσει το κεφάλι της. Τους ρωτούν, λοιπόν, τι κάνουν, με τι ασχολούνται οι υπόλοιποι Έλληνες κι οι κακόμοιροι απαντούν ότι αυτό τον καιρό έχουν τους Ολυμπιακούς αγώνες και παρακολουθούν στην Ολυμπία τα αγωνίσματα. Τους ρωτούν μετά περίεργοι τι βραβείο έχει αθλοθετηθεί για τους νικητές κι εκείνοι αποκρίνονται ένας κότινος, δηλαδή ένα στεφάνι από την ιερή ελιά που φυτρώνει σε κείνα τα μέρη. Τότε ο γιος του Αρτάβανου, ο Τριτανταίχμης, Πέρσης εκ κατασκευής και προελεύσεως, μη μπορώντας να κρατήσει την έκπληξή του ακούγοντας πως το έπαθλο είναι ένα απλό στεφάνι ελιάς κι όχι χρήματα, αναφωνεί: «Μαρδόνιε, Μαρδόνιε, με τι άντρες μας έφερες να δώσουμε μάχη! Με άντρες που δεν αγωνίζονται για χρήματα, αλλά για να δείξουν τη λεβεντιά τους».
Αυτά λέει ένας Πέρσης δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν, όταν συνειδητοποιεί το γεγονός ότι κάποιοι τρελοί σ’ αυτόν τον κόσμο δεν αγωνίζονται για χρήματα, αλλά έτσι, για τη δόξα, για τη χαρά που προσφέρει ο αθλητισμός, για να δείξουν τη δύναμη και τη λεβεντιά τους, για ένα μικρό στεφάνι ελιάς. Κι αν είναι έτσι στο γήπεδο, φαντάσου πώς θα είναι στο πεδίο της μάχης, όπου μπορούν όχι μια αλλά χίλιες φορές να δείξουν τη λεβεντιά τους κι όπου τα χρήματα, οι περσικοί δαρεικοί δεν τους λένε τίποτα. Αυτά θα αναλογιζόταν ασφαλώς ο Τριτανταίχμης και θα καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που έμπλεξε σ’ αυτή την εκστρατεία. Και μου είναι πολύ συμπαθής ο άνθρωπος αυτός, ο Πέρσης. Άλλωστε με τον Τριτανταίχμη στοιχίζεται και όλη η κοινωνία μας. Η πολιτισμένη, η εξελιγμένη κοινωνία μας, που βλέπει ας πούμε τους αθλητές να πωλούνται και να αγοράζονται όχι μόνο στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ, αλλά και στον κλασικό αθλητισμό. Που βλέπει τα γκραν πρι στίβου να αθλοθετούν ράβδους χρυσού και τους αθλητές να αγωνίζονται γι’ αυτούς. Και το σημαντικότερο στην περίπτωσή μας δεν είναι ότι οι αθλητές και οι παίκτες παίζουν και αγωνίζονται για τα χρήματα το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι αυτό που ένιωσε ένας πιτσιρικάς ο οποίος παρακολουθούσε μαζί μου μια ποδοσφαιρική αναμέτρηση του κυπέλου Ουέφα. Με ρώτησε πόσα λεφτά παίρνουν οι ομάδες στο Ουέφα κι όταν του απάντησα τίποτα, δεν παίρνουν φράγκο, μη γνωρίζοντας ουσιαστικά αν έχουν έσοδα από τους αγώνες αυτούς, όπως έχουν από το Τσάμπιονς Λιγκ, ο πιτσιρικάς, που θα ήταν 8-9 χρονών, γύρισε, με κοίταξε απορημένα και μου είπε: Τότε γιατί το βλέπουμε; Δε μου είπε τότε γιατί παίζουν, που θα ήταν και πιο λογικό, αλλά έβαλε κι εμάς, τους θεατές μέσα στο παιχνίδι και αναρωτήθηκε γιατί καθόμαστε και βλέπουμε έναν αγώνα αν σ’ αυτό τον αγώνα δεν παίζεται χρήμα. Εφόσον δεν υπάρχει χρήμα γιατί χάνουμε την ώρα μας και στενοχωριόμαστε, ρε θείο; Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό. Όχι δηλαδή να αγωνίζεται ο αθλητής για το χρήμα ή για τη δόξα που θα του φέρει χρήμα, αλλά να τον βλέπεις εσύ και να αγωνιάς, να τον παρακολουθείς εσύ και να τον χαίρεσαι μόνο αν πρόκειται αυτός να κερδίσει χρήματα. Ο άξιος είναι αυτός που βγάζει, ο μάγκας είναι ο ματσός. Δεν πα να παίρνει του κόσμου τα αναβολικά, δεν πα να έχει σχέσεις με ύποπτα ανθρωπάρια, δεν πα να έχει ύποπτες συναλλαγές, αν στη σπιταρόνα του έχει και πισίνα σε σχήμα μπριζόλας, αν κυκλοφορεί με λιμουζίνα είναι άξιος και του βγάζεις το καπέλο.
Γι’ αυτό συμπαθώ τον καημένο τον Πέρση, γιατί είναι ένας από εμάς. Είναι ο γείτονάς μου, είμαι εγώ. Με τον Τριτανταίχμη είμαστε κι όχι με τους τριακόσιους Είμαστε πολύ μακριά απ’ αυτούς. Από δε τους 700 Θεσπιείς, μας χωρίζουν έτη φωτός.

Monday, January 18, 2010

Παραεμπόριο ΙΙ

Μάλλον συμβολικό πρέπει να ήταν αυτό. Αλλιώς, εγώ τουλάχιστον, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Να βλέπω δηλαδή υπαλλήλους του δήμου να σπάνε ρολόγια. Με σφυριά στα χέρια να τα κάνουν κομμάτια και θρύψαλα με άγρια χαρά ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους.
Ξέρετε, ρολόγια και άλλα ψιλολοίδια που έπεσαν στα χέρια τους μετά από κατασχέσεις μικροαντικειμένων πλανόδιων παράνομων μικροπωλητών. Και επειδή αυτά δεν μπορούσαν να τα δωρίσουν (ίσως γιατί ήταν μαϊμούδες γνωστής μάρκας) στα διάφορα ΚΑΠΥά, τα έσπαγαν.
Κι ήταν όλοι ωραίοι εν τη αγνοία τους. Να σπάνε, να κομματιάζουν το χρόνο τον αδυσώπητο. Αυτόν που μας δείχνει το πέρασμά του με τα ανεξίτηλα σημάδια του πάνω μας. Ε, τον άτιμο! Να τον είχα από μια μεριά να σου τον έκανα εγώ καλοκαιρινό.
Υπό την έννοια αυτή μου άρεσε η σκηνή. Για το συμβολικό της χαρακτήρα, εννοώ. Όπως κάποιος άλλος (ζωγράφος αυτός) απαθανάτιζε λιωμένα ρολόγια, ρολόγια που κυλούσαν και έρρεαν στο άπειρο.
Αυτός δεν κατάφερε να τα σπάσει όμως. Οι δικοί μας τα έσπασαν. Και θα πίστεψαν, έστω και για μια στιγμή, ότι με το σπάσιμο θα μπορούσαν και να τον σταματήσουν. Αυτόν τον αδυσώπητο.
Γι’ αυτό είπαμε: η πράξη τους ήταν γεμάτη ποίηση, ήταν συμβολική.

Thursday, January 07, 2010

Παραεμπόριο

Ή όσο εγώ γερνάω τρελαίνομαι ή γενικώς δεν πάμε καθόλου καλά. Λογικά και συναισθηματικά, εννοώ. Ακούστε τώρα το κουφό: Δήμαρχος ελληνικής πόλης πήγε στο ΚΑΠΗ και στο Σύλλογο πολυτέκνων και μοίρασε δώρα στους γέροντες και στους πολύτεκνους. Όλα καλά θα μου πείτε και πού είναι το φάλτσο που σε τρελαίνει. Λοιπόν, τα δώρα που μοίρασε τις άγιες αυτές ημέρες ήταν αντικείμενα που είχαν κατασχεθεί από διάφορους παράνομους μικροπωλητές. Δηλαδή, τσάντες, πορτοφόλια, σι-ντι, διάφορα ευτελή ξυλόγλυπτα και τέτοια. Και μάλιστα το τηλεοπτικό ρεπορτάζ παρουσίασε και γέροντες να χαίρονται με το πορτοφολάκι ή το σι-ντι(!) που πήραν, να ευχαριστούν το δήμαρχο, να υποκλίνονται και να διατρανώνουν: “Τζάμπα είναι, ό,τι και να 'ναι καλό είναι. Θα το δώσουμε κι εμείς κάπου...”. Κι ο δήμαρχος να καμαρώνει και να εξηγεί την πραγματικά πρωτότυπη σκέψη του, να δίνει συγχαρητήρια στη δημοτική αστυνομία που εκτελεί έργο άξιο και θεάρεστο και να υπόσχεται ότι με τη νέα χρονιά θα γίνουν περισσότερες κατασχέσεις.
Κι αναρωτιόμουν τόσα χρόνια ποιο να είναι άραγε το παραεμπόριο και πώς μπορεί να παταχθεί! Ε, αυτό είναι το παραεμπόριο, αυτοί οι μικροπωλητές από την Αφρική, που τρέχουν από τραπέζι σε τραπέζι στις καφετέριες, που πουλάνε τσάντες και μαντήλια για τον κοσμάκη που δεν μπορεί να αγοράσει μια Πράντα κι ένα ρολόι της προκοπής. Αυτό είναι τελικά. Κι εφόσον μια απλή και νεόκοπη δημοτική αστυνομία μπορεί να το πατάξει, μπράβο της κι άξιος ο μισθός της.
Έλα, όμως, που δεν μου κάθεται καλά το πράμα. Δεν μου πηγαίνει, όπως και να το κάνουμε. Σκέφτομαι το γεράκο του ΚΑΠΗ να πετάει στους κάδους σκουπιδιών του δήμου το παλιό του πορτοφόλι που το είχε αγοράσει από παράνομο μικροπωλητή. Και μαζί μ' αυτό και τη λίγη αξιοπρέπεια που μας έχει μείνει.

Wednesday, December 30, 2009

Μαρτυρικό

Βρέθηκα χτες στο μαρτυρικό (έτσι το λέει η πινακίδα στον παλιό δρόμο Ιωαννίνων-Μετσόβου) χωριό των Λυγκιάδων. “Γιατί μαρτυρικό;”, αναρωτιόμουν μέχρι να φτάσω στα πρώτα σπίτια. Αλλά στην πλατεία, η απορία μου λύθηκε. Είδα στο ηρώον (έτσι το λέμε ακόμη) την αναφορά στη μαζική δολοφονία των κατοίκων του από τους Γερμανούς ναζί την αποφράδα μέρα της 3ης Οκτωβρίου 1943. Δε μέτρησα πόσους δολοφόνησαν. Στάθηκα μόνο και μέτρησα ενεός 37 (τριάντα επτά!) παιδιά από 11 χρόνων και κάτω. Παιδιά από 4 μηνών μέχρι 11 χρόνων (το ξαναγράφω) τριάντα επτά. Μαρτυρικό χωριό.
Το απόγευμα διάβασα και μια είδηση στο νετ. Στην άρνησή του για παροχή οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα από τις χώρες της ΕΕ επιμένει ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Μια τέτοια επιλογή θα αποτελούσε «κακώς εννοούμενη αλληλεγγύη», λέει χαρακτηριστικά.
«Θα ήταν κακώς εννοούμενη αλληλεγγύη, αν στηρίζαμε την Ελλάδα μέσω οικονομικής βοήθειας», είπε ο Σόιμπλε σε προδημοσίευση συνέντευξης στην γερμανική εφημερίδα «Boersen Zeitung», όπως αναφέρει το Reuters. Μάλιστα. Μπορεί από οικονομική άποψη να έχει ή να μην έχει δίκιο ο κύριος Σόιμπλε. Δεν μπορώ εγώ να το πω. Δεν μπορεί όμως ο νους μου να μην πάει στους μαρτυρικούς Λυγκιάδες και να σκεφτεί ότι ο κύριος Σόιμπλε καλό θα ήταν να άφηνε κάποιον άλλο από την ΕΕ να πει αυτά που ο ίδιος σπεύδει και λέει. Κάποιον άλλον. Όχι Γερμανό.
Ίσως γιατί ενδέχεται ο κύριος Σόιμπλε να είναι τέκνο ή εγγονός δολοφόνων. Μπορεί. Δεν το ξέρω. Αλλά και τέκνο ή εγγονός δολοφόνων των μαρτυρικών Λυγκιάδων να μην είναι, είναι ο τελευταίος που θα μπορούσε ή που θα έπρεπε να μιλήσει. Μάλλον σ' αυτόν ταιριάζει το ρητόν “δεν δικαιούται για να ομιλεί”. Ή όπως λέει το άλλο ελληνικότατο ρητόν πιο εύγλωττα: “Σκάσε και κάνε την πάπια”. Την πάπια! Όχι τον Γερμανό. Ακούς, ρε Σόιμπλε. Μη σηκωθεί το αβάφτιστο από τον τάφο του -εξήντα έξι χρόνων θα ήταν σήμερα- και σε φτύσει κατάμουτρα.