Thursday, September 05, 2013

Τα τραίνα δεν σφυρίζουν στην αρχαιότερη πόλη

 «Πολλές φορές τις νύχτες αργά, ίσως στις δύο παρά τέταρτο, κι αν έχει καθυστέρηση ακόμη και στις δυόμισι, μέσα στη σιγαλιά που μεγεθύνει ήχους και βουητά, απορροφημένος καθώς βρίσκομαι σε στίχους του Αισχύλου ή και του Κακναβάτου, ακούγεται ο μακρινός και γνώριμος αχός, το γνώριμο το σφύριγμα. Είναι το τρένο που περνά, το τρένο των δύο παρά τέταρτο ή και των δυόμισι, αν έχει καθυστέρηση. Για μια στιγμή τότε βρίσκομαι -για μια μόνο στιγμή και φευγαλέα- μες στ’ άδεια του κι ολόφωτα βαγόνια (γιατί άδεια πρέπει να ’ναι! Ποιος τέτοιαν ώρα να πηγαίνει στην Τρίπολη ή και στην Καλαμάτα;). Ρίχνω μια γρήγορη ματιά στην απουσία του κόσμου, του επιβατικού κοινού που άλλοτε καθόταν στις, άδειες τώρα, θέσεις με τα μπαγάζια του, τους μπόγους και τους σάκους, στους νυσταγμένους στρατιώτες που επιστρέφουν απ’ την άδεια, στις γριές με το τσεμπέρι, στα χαραγμένα πρόσωπα αλλά και στους μετανάστες που γυρίζουν την Ελλάδα για ξεροκόμματα δουλειάς. Τα τρένα τα δικά μας δεν έχουν κουστουμιές, γραβάτες κι εφημερίδες πρωινές, δεν έχουν νέους με κινητά και μπαρ και καφετέριες. Έχουνε πέτρινους σταθμούς με δυο δεντράκια απ’ έξω, έχουνε ποίηση πολλή και πόνο πολύ ανθρώπινο. Έχουν και τη φτωχολογιά που την πηγαινοφέρνουν, όταν δεν τρέχουν άδεια.
Τότε πια κλείνω τα βιβλία μου και πάω να βρω τον ύπνο. Λίγο πριν κοιμηθώ περνούν ολόφωτοι απ’ τη σκέψη μου οι «Πέρσες» κι οι στίχοι του άλλου ποιητή, του Έκτορα του Κακναβάτου, ανάκατοι όλοι μέσα στο ίδιο το βαγόνι του φωτισμένου τρένου».
Κάτι τέτοια ποιητικά έγραφα μια χειμωνιάτικη νύχτα αρκετά χρόνια πριν, ακούγοντας το τρένο να περνά και να σφυρίζει. Μετά τίποτα. Για τέσσερα χρόνια οι γραμμές επισκευάζονταν. Δεν ξέρω πόσα χρήματα σπαταλήθηκαν αδίκως. Και τα τρένα, αφού ξαναζωντάνεψαν για λίγο, έσβησαν ολοσχερώς σαν κεριά στο ξεροβόρι.
Και πήρα τη φωτογραφική μου μηχανή και τράβηξα φωτογραφίες των σταθμών. Μετά από λίγο καιρό θα ερειπωθούν κι αυτοί εγκαταλειμμένοι στα περιθώρια των προϋπολογισμών και άλλων συγκυριών και μεθοδεύσεων.
Γι’ αυτό ένιωσα έκπληξη όταν το Σάββατο το μεσημέρι άκουσα το γνωστό σφύριγμα. Σταμάτησα ενεός μπροστά στις κατεβασμένες μπάρες. Για μια στιγμή ταξίδεψα κι εγώ στο παρελθόν, μαζί με την αμαξοστοιχία που περνούσε αργά και περήφανα μπροστά μου γεμάτη τουρίστες που απαθανάτιζαν στις ακριβές τους κάμερες το ταξίδι. Μετά το Άργος με τ' αρχαία του οι Μύλλοι του 1821 και η Ανδρίτσα και ο Αχλαδόκαμπος με τις αμέτρητες ελιές και τη μακριά γέφυρα, που ανατινάχθηκε στον πόλεμο από τους Γερμανούς και όλοι πια τούτοι οι τόποι ενταγμένοι στον Καλλικράτειο Δήμο Άργους - Μυκηνών.  Ντάκα ντούκα, ντάκα ντούκα! Πριν την Τριπολιτσά, το κέντρο του Μοριά, κάποιες μικρές σήραγγες, ίσα-ίσα για να καθρεπτίζεται το πρόσωπό μας στα τζάμια, να ενώνεται το βλέμμα μας με το δικό μας ! 
Ας είναι. Ας είναι και για μια φορά το μήνα, για τους πολυπόθητους τουρίστες. Και για να έχουν κάποιο νόημα οι σιδηροτροχιές, οι χορταριασμένοι πέτρινοι σταθμοί και οι αφύλαχτές τους διαβάσεις.

Κι εμείς να έχουμε πια ξεχάσει ότι με το τρένο δε μεταφέρεσαι και δε μετακινείσαι. Ταξιδεύεις!

Δημοσιεύτηκε στο protagon.gr 20-4-2013

Wednesday, September 04, 2013

Το κρυφτό στην αρχαιότερη πόλη

- Πίσω από την γκρεμισμένη οικία του Μακρυγιάννη; Tου στρατηγού, ντε, που έμενε στο Άργος.
      Κρύβονται; Μα δε θα ’πρεπε τόσα χρόνια τώρα ν’ ακούσω ένα «Βγαίνω»; Κάποιος απ’ όλους, δηλαδή, να τελειώσει το μέτρημα και γυρίζοντας το κεφάλι από τον τοίχο  να δηλώσει την παρουσία του; Να βγει μπροστά μας; Κρύβονται ακόμη; Ή μήπως δεν υπάρχουν;
Για πνευματικούς ανθρώπους μιλώ…
- Ρε, μπας και βρίσκονται στην αυλή της οικίας Γόρδωνος, του φιλέλληνος, που στεγάζεται η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή;
       Για τους «πνευματικούς ταγούς» μιλώ, που σε δύσκολες στιγμές δίνουν το στίγμα της πορείας, αναλύουν αυτά που συμβαίνουν κι αποτολμούν προβλέψεις, διατυπώνουν προτάσεις, προτείνουν λύσεις. Γι’ αυτούς που τα πενήντα τελευταία χρόνια απουσιάζουν από την πόλη μας. 
- Ψάξατε, μήπως, στους στρατώνες του Καποδίστρια, εκείνους που θέλαν να τους  γκρεμίσουν και μετά τους χτίζαν σαράντα χρόνια, και που ΘΑ στεγάσουν το νέο Βυζαντινό μουσείο της πόλης;
      Ψίθυροι μόνο. Ησυχία στην πόλη. Δεν είναι η ησυχία πριν την καταιγίδα, όχι! Είναι η ησυχία της απουσίας. Της έλλειψης. Της φτώχειας. Ενώ, π.χ., του χρόνου έχουμε εκλογές, δεν έχει φανεί κανείς στο προσκήνιο –πέραν από τον νυν δήμαρχο- να δηλώσει «παρών», να υποσχεθεί ότι θα πάρει επάνω του το βαρύ φορτίο, να μας διαβεβαιώσει ότι θα το κουβαλήσει αυτός παραπέρα.
- Δεν μπορεί, στην οικία Καλλέργη, στο Αρχαιολογικό μουσείο του Άργους θα είναι … Τίποτα; Είσαι σίγουρος;
       Υπάρχουν, βέβαια, εκτός από το δήμαρχο και οι άλλοι, οι γνωστοί, οι ηττημένοι των περασμένων αναμετρήσεων. Μα αυτοί,  μπερδεύουν σκοπιμότητες, κόμματα και ματαιοδοξίες. Καταπίνουν τη φωνή τους, τους βαραίνει το παρελθόν, τους φοβίζει το μέλλον.
- Μήπως, στο Κριτήριο, βορειότερα του Αρχαίου Θεάτρου, εκεί που ο Δαναός δίκασε τη θυγατέρα του Υπερμήστρα; Ούτε εκεί;
      Μα αυτοί δεν είναι οι πνευματικοί άνθρωποι, θα πείτε. Ναι, όμως δεν παρουσιάστηκε κανείς άλλος, ούτε στα τοπικά κανάλια, ας πούμε, που να κάνει αίσθηση, να δώσει μια ελπίδα. Δεν εμφανίστηκε ούτε ένα έντυπο της προκοπής που να αμφισβητεί, να ψάχνει και να ψάχνεται, να δείχνει έναν δρόμο, να παρουσιάζει και να καλλιεργεί μια αισθητική άποψη, οτιδήποτε. Υψηλή αισθητική, σίγουρα, προσφέρει η εφημερίδα που κυκλοφόρησε η νεολαία της παράταξης του δημάρχου. Τα πρωτοσέλιδά της: «Επιτέλους: βρέθηκε δήμαρχος – ηγέτης» και «Ψήφος εμπιστοσύνης στο δήμαρχο – Αλλάζει ο τόπος μας». Μάλιστα!
- Τι θα γίνει τελοσπάντων, κρύβονται; Μα ούτε στην Αρχαία Αγορά, απέναντι από το λαξευτό, πανώριο Αρχαίο Θέατρο των 20.000 θεατών;
       Ούτε στην Αρχαία Αγορά. Ούτε στη νέα Αγορά. Κρύβονται, λοιπόν, οι πνευματικοί άνθρωποι; Ή δεν υπάρχουν; Και όμως, εγώ, οπαδάκιας της ζωής, είμαι βέβαιος: Θα βγουν από τα κρησφύγετα και τις κρυψώνες.


Γιατί αν δεν ακουστεί αυτό το πολυπόθητο «Βγαίνω», πώς θα έρθει κάποτε με αναπότρεπτο τρόπο το «φτου, ξελευτερία»;


Πρώτη δημοσίευση: protagon.gr 6-04-2013

Η τυφλόμυγα στην αρχαιότερη πόλη

Το Άργος της Πελοποννήσου. Όχι το Ορεστικόν. Της Πελοποννήσου. Αυτό που συναντούσες κάποτε στο δρόμο από Αθήνα για Τρίπολη, Σπάρτη ή Καλαμάτα. Έπεφτες πάνω του και τα Σαββατοκύριακα, όταν κατέβαινες για διήμερο στο Ναύπλιο. Τώρα δεν το βλέπεις πια. Έχουν γίνει παρακαμπτήριοι. Ο ένας παίρνει την ευθεία από Κόρινθο για Τρίπολη κι όλη τη νότια Πελοπόννησο. Ο άλλος στρίβει λίγο μετά τις Μυκήνες για το Ναύπλιο. Το Άργος της Πελοποννήσου, το Άργος της απομόνωσης δεν είναι πουθενά. Υπήρχε στα αρχαία χρόνια, βέβαια. Μια πινακίδα με το που μπαίνεις, αν χάσεις δηλαδή το δρόμο σου και βρεθείς εδώ τυχαία, σε πληροφορεί ότι βρίσκεσαι στην αρχαιότερη πόλη. Αναρωτιέσαι: Της Ελλάδας; Της Ευρώπης; Του κόσμου ολόκληρου; Γρήγορα ανακαλύπτεις ότι η αρχαιότερη πόλη ορίζεται από τα νεκροταφεία της: Ο Άγιος Νικόλαος αριστερά σου όταν έρχεσαι από Κόρινθο, η Παναγία δεξιά σου όταν βγαίνεις για Τρίπολη κι ο Άγιος Βασίλειος όταν φεύγεις πια στο δρόμο για Ναύπλιο. Τρεις δρόμους έχει η πόλη, με τους νεκρούς της να σου υπενθυμίζουν μακάβρια ότι η ζωή είναι σύντομη κι ο ήλιος λίγες μόνο ώρες απέχει από το σκότος. Και, φυσικά, όπου σκάψεις στην πόλη, τάφους θα βρεις. Οι νεκροί πουθενά αλλού δεν είναι τόσο ζωντανοί όσο εδώ.
Το Άργος της απομόνωσης. Περικυκλωμένο από την πεδιάδα και τις πορτοκαλιές του. Περικυκλωμένο από το παρελθόν του, απώτατο και πρόσφατο. Κι από ένα μέλλον που απαιτεί. Αλλά με ένα παρόν ανύπαρκτο που δεκαετίες τώρα επαιτεί. Επαιτεί για ένα σχέδιο πόλης. Για ένα πνευματικό κέντρο. Για μια αίθουσα συνεδριάσεων. Για μια αίθουσα θεάτρου. Με ένα παρόν που μοιράζεται στον Διομήδη, την ομάδα του χάντμπολ, στον δήμαρχό του, τον Μεγαλέξαντρο τον νεότερο… και στην κρίση. Κι ο δήμαρχος προσπαθεί να την νικήσει πληροφορώντας το πανελλήνιον αυτό που γράφει ο παππούς Ηρόδοτος 25 αιώνες πριν: Ότι προπάππος του προπάππου του προπάππου… και αυτού έβδομος προπάππος ο Περδίκκας Τημενίδης, Αργείας καταγωγής και προελεύσεως. Αυτοί ξεκίνησαν τη δυναστεία των Μακεδόνων. Άρα, κι ο Μέγας δικός μας κι από δω ήταν… Ιδού, λοιπόν, πώς κερδίζεται η κρίση. Με ξόρκια και με ρητορείες. «Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες, σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;»
Το Άργος, ως επαρχία της απομόνωσης συνεχίζει την πορεία του, έστω κι αν μετά τα σύνορα με τις πορτοκαλιές γίνονται πολλά. Εξάλλου, βαρεθήκαμε το "όταν θα πεις πορτοκάλι, βγαίνω". Εμείς, εδώ, μαζί του, σαν πείσμονα, πρεσβυωπικά γερόντια, που λέει κι ο Αργύρης Χιόνης, που τα πράγματα τα κοντινά δεν διακρίνουν. Εδώ, εμείς, γύρω απ'την πλατεία του Αγίου Πέτρου, νέο παιχνίδι, σκοντάφτουμε, τρεκλίζουμε, σαν την τυφλόμυγα προσπαθούμε να βρούμε πού βρισκόμαστε. «Το σήμερα μαντίλι γύρω απ’ τα μάτια μας δεμένο».

Πρώτη Δημοσίευση: protagon.gr 27-3-2013

Wednesday, February 20, 2013

Amen


Το συμβάν κατά τη διάρκεια του καθημερινού μου περιπάτου. Επαληθεύτηκε για άλλη μια φορά ότι όλα έρχονται ξαφνικά και την πιο ακατάλληλη στιγμή. Δεν πα να έχεις προετοιμαστεί, να έχεις ξομολογηθεί, να έχεις γράψει διαθήκες και κληρονομιές, να έχεις μεταλάβει… Το μοιραίο, όταν θα έρθει, θα σε βρει ανυπεράσπιστο. Ενώ λοιπόν περπατούσα κι άκουγα στ’ ακουστικά το Amen από τον τελευταίο του Κοέν, μια λανθασμένη κίνηση, ένα απαλό σκούντημα της μοίρας κι έπεσε μπροστά στα πόδια μου Like a Rolling Stone. Αποσπάστηκε απ’ τα ακουστικά, πήρε δυο τούμπες και σωριάστηκε μπρούμητα. Η χαρά μου, η μισή μου ζωή έμεινε εκεί ακίνητη, στα πόδια μου. Ποιον να φωνάξω για βοήθεια και τι να πω; Τρομοκρατημένος γονάτισα και το σήκωσα με προσοχή. Το περιεργάστηκα απ’ όλες τις μεριές, ενώ από τη σκέψη μου περνούσαν όλες οι ευτυχισμένες μέρες. Τι παιχνίδια, τι ανέκδοτα και γέλια, τι συνομιλίες και chat… Ευτυχώς δε φάνηκε κανένα κάταγμα, καμιά ρωγμή. Τουλάχιστον εξωτερικά ήμασταν εντάξει. Με χέρια που έτρεμαν, το ακροάστηκα. Λες το Amen να ήταν σημαδιακό; Μόνο ο χτύπος της δικής μου καρδιάς έφτανε στ’ αυτιά μου μέσω των ακουστικών. Stay by me, μου ήρθε ξαφνικά ο Λένον να το τραγουδάει και Too Old to Rockn Roll, Too Young to Die ο Άντερσον και Dont l Leave Me Now ο Ουότερς. Καμιά ανταπόκριση όμως. Παρέμενε βουβό. I Want You. Αν ήμασταν στην εντατική, η πράσινη γραμμή στο μόνιτορ θα πιστοποιούσε το απευκταίο. Κατέφυγα σε τεχνητή αναπνοή, το πίεσα επανειλημμένα στο στήθος, το χάιδεψα στην οθόνη μπας και το ζεστάνω… τίποτα δεν απέδωσε. Ίσως θα έπρεπε να ανοιχτεί, να χειρουργηθεί, κάποια εσωτερική αιμορραγία, να προλάβω, Oh My Sweet Lord, κάνε το θαύμα σου. Μήπως θα έπρεπε να το αποσυνδέσω, για λίγα λεπτά με εξωσωματική λειτουργία να το διατηρήσω σβηστό και να το επαναφέρω, κωδικούς και τέτοια; Αυτό έκανα. Code Accepted. Χαράς ευαγγέλια. Total Recall. Oh, My Love, θα σ’ αγαπώ, θα σε προσέχω, θα σε φροντίζω, θα σε φορτίζω. Επανήλθε η ανάσα κι η ζωή μου, δε χάθηκε τίποτα, όλα στη θέση τους. Άσε που έπιασε και το Amen εκεί ακριβώς που το είχε αφήσει.

Thursday, August 16, 2012

Το παραμύθι της Όλγας


Μια φορά κι έναν καιρό στο κτήμα του Ζαχαρία ανάμεσα στις κοτούλες, τις πάπιες, το γαϊδουράκι, τα γαλιά και τα κουνελάκια, ζούσε κι ο κυρ Πρόβατος. Ωραίος και αρχοντικός περνούσε όλη του τη μέρα μασουλώντας, καταπίνοντας και μηρυκάζοντας. Του έφερνε κι ο Ζαχαρίας καθημερινά –μια και του είχε ιδιαίτερη αδυναμία- φύλλα, χόρτα κι ό,τι άλλο εύρισκε, βόσκαγε κι αυτός τα πάντα γύρω του και περνούσε ζάχαρη κάνοντάς την ταράτσα. Μασουλώντας, καταπίνοντας και μηρυκάζοντας. 
Ώσπου ένα απογευματάκι, εκεί που μηρύκαζε την τροφή του, να ’σου ξεπροβάλλει μέσα από το στόμα του ένας σαλίγκαρος. Και δεν ήταν μόνος του. Κουβαλούσε και την οργή του. Του έλεγε του κυρ Πρόβατου, του έλεγε μέχρι που τον έκανε βαπόρι.
-        Δεν ντρέπεσαι, ολόκληρο ζωντανό και να είσαι απρόσεκτος. Θα σε μηνύσω.
-        Α πάγαινε, ρε, απάντησε ο κυρ Πρόβατος που δεν ίδρωνε το αυτί του από τέτοια. Α, πάγαινε μη σου πω και χειρότερα…
-        Πρόσεξε, θα σε μηνύσω, κραύγαζε λάβρος ο σαλίγκαρος.
-        Θα μου κάνεις τα τρία δύο, ρε, ακούς; Χαμένο κορμί.
-        Θα σε μηνύσω για απόπειρα ανθρωποκτονίας, φθορά ξένης ιδιοκτησίας, σωματική βλάβη… και εξύβριση… Για να μάθεις.
Τα σκέφτηκε καλύτερα ο κυρ Πρόβατος, τα έφερε από δω, τα έφερε από κει, κατάλαβε ότι με τον τσαμπουκά μπορεί να βγει χαμένος μ’ αυτόν που έμπλεξε. Τον κοίταξε καλύτερα, έγειρε το κεφάλι του από τη μια μεριά, χαμογέλασε και:
-        Έλα, ρε! Δεν αξίζει να χαλάμε τις καρδιές μας. Τι έχουμε να χωρίσουμε; Ένα λάθος έκανα, ε! συγχώρα με.
-        Ας πάει στο καλό, κυρ Πρόβατέ μου. Έχεις δίκιο, δεν αξίζει.
Κι από τότε γίναν οι καλύτεροι φίλοι. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Κι ο κυρ-Πρόβατος συνέχισε να μασουλάει, να καταπίνει και να μηρυκάζει συνεχώς. Κι ο σαλίγκαρος έζησε ειρηνικά δίπλα του κι έκανε του κόσμου τους απογόνους, πήρε κι ο Ζαχαρίας την επιδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για καλλιέργεια σαλιγκαριών.

Monday, July 02, 2012

Η Βίκυ



Στέκονταν στις δύο άκρες της λαϊκής αγοράς Τετάρτη πρωί κρατώντας στα χέρια τους σαν ανθοδέσμη από ένα μάτσο σπαράγγια. Τις είδε με την άκρη του ματιού της. Τη Βίκυ και την αδερφούλα της, τη μικρότερη. Η Βίκυ, μαθήτριά της στην Τετάρτη του δημοτικού σχολείου. Η καλύτερη μαθήτρια της τάξης, επιμελής και άριστος χαρακτήρας, που λένε και οι δάσκαλοι. Περίεργο που σήμερα απουσίαζε από το σχολείο. Παρατήρησε, όμως, πως μόλις εμφανίστηκε εκείνη στη λαϊκή, εξαφανίστηκε η Βίκυ. Δεν ήθελε να την συναντήσει και το έβαλε στα πόδια. Να έχει κάνει κοπάνα το απέκλειε εντελώς. Ούτε της ηλικίας ούτε και του χαρακτήρα της ήταν κάτι τέτοιο. Μα γνώριζε πού βρισκόταν ο πάγκος των γονιών της. Θα πήγαινε και θα έλυνε το μυστήριο. Βέβαια, η ίδια η δασκάλα δε θα έλεγε κουβέντα. Αν της έλεγε η μητέρα των κοριτσιών πάει καλά…
Καλώς την ντασκάλα. Έλα, πάρε λίγα σπαράγγια, σήμερα έκουμε πολλά. Ναι, θα πάρω, βάλε μου μερικά.
Δεν ήθελε σπαράγγια, δεν τα έτρωγαν, αλλά τι να έκανε; Μόνο αυτά είχε ο φτωχικός πάγκος. Πώς θα δικαιολογούσε την παρουσία της;
Έφερα και τη Βίκυ σήμερα εντώ το κορίτσι βοηθήσει. Πολλές ανάγκες, ντασκάλα κι εμείς δεν μπορούμε μόνοι μας.  Α, δεν πήγε σήμερα σχολείο; Όκι, ντεν πήγκε. Αλλά θα τα ντιαβάσει, όλα θα τα ντιαβάσει το απόγεμα. Μην την κρατάς μακριά από το σχολείο, σου το έχω πει κι άλλη φορά, είναι η καλύτερη μαθήτρια. Είναι κρίμα να χάνει τα μαθήματά της. Το ξέριω, της αρέσουν, αλλά οι ανάγκες… χέρια θέλουμε. Σε ντριάπηκε κι έβαλε στα πόδια μην τη διείς. Άμα κάτσεις λίγο θα την διείς, θα έρθει. Δεν πειράζει, δώσε της χαιρετίσματα και πες της πως κι εγώ σήμερα δεν πήγα σχολείο. Έχω να πάω σε γιατρό για εξετάσεις. Όμως αύριο να την στείλεις, έτσι; Ναι, ναι ντασκάλα, τη στείλω αύριο σχολείο…
Πήρε στα σπαράγγια κι έφυγε σε άλλο πάγκο να συμπληρώσει τα ψώνια της. Με την άκρη του ματιού της πάλι είδε τη Βίκυ να φτάνει προσεκτικά πίσω από τη μάνα της και να κρύβεται στα πλατιά της φουστάνια. 

Saturday, May 19, 2012

Κακοφωνίες


Κάποιοι, λέει, θυσίαζαν ένα βόδι σ’ ένα χωράφι. Κάλεσαν, λοιπόν, και τους γείτονές τους στην ευωχία. Ανάμεσά τους ήταν και μια φτωχιά γυναίκα που έφερε μαζί και το παιδί της. Ε, φαγητό υπήρχε, γυάλιζε και το ματάκι του παιδιού για κρέας, το πήρε κοντά να λαδώσει τ' άντερό του. Καθώς όμως συνεχιζόταν το φαγοπότι και το παιδί έτρωγε ασυναίσθητα, φούσκωσε από τα σπλάχνα κι από το κρασί που έπινε κι ήρθε μετά από λίγο η κοιλιά του και πρήστηκε και το πονούσε. Τότε γύρισε στη μάνα του και της είπε: «Ωχ μάνα, θα ξεράσω τα σπλάχνα». Κι αυτή του απάντησε: «Όχι τα δικά σου, παιδί μου, αλλά μονάχα εκείνα που περιδρόμιασες».
Ο μύθος ταιριάζει σε άνθρωπο χρεοφειλέτη, που ενώ παίρνει πρόθυμα τα ξένα, όταν πρέπει να τα επιστρέψει, στενοχωριέται τόσο, λες και δίνει τα δικά του.
Βέβαια, τέτοιες ιστορίες λέγαν οι παλιοί και γελούσαν και, αραιά και πού, διδάσκονταν απ’ αυτές. Σήμερα, όσα και να λέμε, δε μαθαίνουμε. Και τώρα τελευταία μας έχει κοπεί και το γέλιο. Έτσι, αφήνουμε τις ιστορίες και τους μύθους για άλλους καιρούς, αφήνουμε και τον παππού τον Αίσωπο στην ησυχία του.
Άλλωστε τ’ όνομά του δεν ταιριάζει. Κάνουν και τρομερή κακοφωνία αυτά τα δυο. Αίσωπος-Τσίπρας, εννοώ. 

Thursday, April 26, 2012

Πουρκουά;


Βρέθηκα σ’ ένα πολύ όμορφο χωριό κοντά στην Τουλούζ τις μέρες του Πάσχα. Ένα ήσυχο μέρος, η Φλουρένς, χωρίς καφετέριες και μπαρ, αλλά με γηροκομείο, αθλητικό κέντρο, φαρμακείο, σχολείο και μια πανέμορφη λίμνη στην άκρη του. Λίμνη που είχε δημιουργηθεί πριν από είκοσι χρόνια. Τεχνητή, αλλά πανέμορφη. Με τα ψαράκια της, τα μονοπάτια για πεζοπορία γύρω της, τη βλάστηση, το δάσος κι ένα σωρό άλλα που απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι στις πατρίδες τους. Χώρους για πικ-νικ ολοκάθαρους, παγκάκια λες και στήθηκαν την προηγούμενη μέρα. Και στη μια άκρη της λίμνης η πινακίδα: «Απαγορεύεται το κολύμπι». Ο για είκοσι χρόνια δήμαρχος της Φλουρένς, φίλος από τους λίγους, στις μέρες του είχε δημιουργηθεί η λίμνη δέχτηκε, όπως ήταν φυσικό, την ερώτηση του Έλληνα. «Πουρκουά, ρε Ζαν-Πιέρ, απαγορεύεται το κολύμπι στη λίμνη»; «Αν επιτραπεί, θα πρέπει να έχουμε ναυαγοσώστη, παρατηρητήριο και εγκαταστάσεις για τους λουόμενους. Δεν μπορείς να αφήσεις το μπάνιο ελεύθερο χωρίς ειδική προστασία και υποδομή. Αν συμβεί οτιδήποτε, ο δήμαρχος παίζει το κεφάλι του». Μάλιστα. Αυτά μου είπε ο Ζαν-Πιέρ.
Γυρίζω στην πατρίδα μου και μαθαίνω ότι λίγο έξω από την πόλη που ζω, στο Κεφαλάρι, έγινε ένα περίεργο δυστύχημα. Στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, σκαμμένη σε βράχο, σε σπηλιά, ανήμερα της γιορτής της, βγήκε μια γυναίκα με το παιδάκι της να κάτσει στο προαύλιο, σε ένα από τα παγκάκια στη ρίζα ακριβώς του βράχου. Η τύχη το έφερε και μια πέτρα ξεκόλλησε κι έπεσε από ψηλά πάνω στην άμοιρη γυναίκα τραυματίζοντάς την θανάσιμα. Σήμερα, η γυναίκα αυτή έχασε τη ζωή της. Πουρκουά; Μα γιατί κανένας δε σκέφτηκε να την προστατέψει. Να τοποθετήσει, ας πούμε, δίχτυ κατά μήκος όλου του βράχου, να τον καλύψει, ώστε να μη θρηνήσουμε ποτέ τέτοιο ατύχημα. Κανείς. Ούτε δήμαρχος ούτε παπαδαριό. Κι αν κάποιος το είχε προτείνει στο παρελθόν, είμαι σίγουρος ότι για κάποιους λόγους οι υπόλοιποι στις επιτροπές θα όρμησαν να τον φάνε. Για διάφορους λόγους. Να όμως που μια ανθρώπινη ζωή χάθηκε εξαιτίας της αμέλειας. Και μη μου πείτε πως δεν υπάρχουν υπεύθυνοι!
Αν ρωτούσα τον Ζαν-Πιέρ ξέρω καλά ποιους θα υποδείκνυε.  

Friday, March 23, 2012

Η μουσική ξημερώνει τα ήθη


Η Μουσική ξημερώνει τα ήθη. Αυτό ήταν το θέμα στο Σκέφτομαι και Γράφω που μας έβαλε ο κύριός μας στο σχολείο. Κι έχει πολύ δίκιο. Και το θέμα και ο κύριός μας. Γιατί πάντοτε η μουσική άρεσε στον άνθρωπο και τον ξημέρωνε. Ο άνθρωπος ήταν μες στο σκοτάδι με χαλασμένα φώτα και ξαφνικά ήρθε η μουσική, του τα άλλαξε και του τα άναψε. Τον έκανε ημέρα, τον έκανε ήμερo δηλαδή και καλύτερο. Όχι αγριάνθρωπο που ήταν παλιότερα, που πολεμούσε και σκότωνε τους άλλους ανθρώπους και τα άλλα ζώα χωρίς λόγο. Όπως τα λιοντάρια που άκουγαν το βιολιστή να τους παίζει ένα πολύ ωραίο τραγούδι στα βάθη της ζούγκλας κι είχαν χαζέψει απ’ την ομορφιά και δεν τον έτρωγαν αν και πεινούσαν Μέχρι που βρέθηκε εκείνο το λιοντάρι και ξαφνικά τον έκανε μια χαψιά. Όμως εκείνο το λιοντάρι ήταν κουφό και δεν πιάνεται, δεν μπορούσε να ακούσει και να μαγευτεί. Και σήμερα που γίνονται διάφοροι πόλεμοι και σκοτωμοί γίνονται γιατί υπάρχουν κουφοί άνθρωποι και δεν μπορούν να ακούσουν τους συνανθρώπους τους και τη μουσική τους. Αλλά δεν βγάζει μόνο το βιολί πολύ ωραίους ήχους, βγάζουν και άλλα όργανα. Όπως η μελόντικα που έφερε προχτές στο σχολείο ο Πέτρος ο φίλος μου και την φυσήξαμε όλοι στην αρχή με τη σειρά μέσα στην τάξη. Αλλά μετά στο διάλειμμα φυσούσαμε όποιος προλάβει πρώτος και η μελόντικα σταμάτησε να βγάζει ωραίους ήχους. Την άλλη μέρα που παίζαμε πόλεμο στο προαύλιο τη σπάσαμε στην πλάτη του Πέτρου. Ωραίο ήχο βγάζει και η ντραμς. Ο μπαμπάς μου μου είπε χαμογελώντας πως άμα πάρω 10 στην τάξη μου στο τέλος, θα μου αγοράσει μία ντραμς να παίζω, αλλά η μαμά μου του είπε πως θα τους ανησυχώ όταν παίζω με τον θόρυβο και δε θα μπορούν να κοιμηθούν. Τότε τους είπα ότι θα περιμένω πρώτα να κοιμηθούν και θα παίζω μετά για να μην τους ανησυχώ. Ο μπαμπάς μου συμφώνησε και κάτι ψιθύρισε στη μαμά μου σκασμένος στα γέλια. «Με 10 του είπα, αν βγάλει 10» και βαστούσαν κι οι δυο την κοιλιά τους από τα γέλια. Δεν κατάλαβα το αστείο, αλλά έτσι κι αλλιώς αυτοί έχουν δικά τους αστεία που δεν τα καταλαβαίνω όλα πάντα.
Μουσική όμως βγάζουν και διάφοροι άνθρωποι με πολύ ωραίους ήχους από το στόμα τους. Κι όσο φωνάζουν περισσότερο, τόσο πιο καλούς ήχους βγάζουν και τόσο πιο πολύ τους χειροκροτούν οι άλλοι που τους ακούν. Είχα δει λίγο στην τηλεόραση μια τραγουδίστρια που φώναζε πάρα πολύ μέχρι που σου τρύπαγε τα αυτιά, τόσο δυνατά, κι όλος ο κόσμος χειροκροτούσε και της έπαιρνε αυτόγραφα που την έλεγαν Μαριακάλας. Κι ένας άλλος που τον λένε Πλούταρχο και η Άντζελα και ο Τερζής αλλά και ο Νταλάρας που τρώει πολλά γιαούρτια. Λένε πως πολύ ωραίους ήχους έβγαζε κι ο Μπετόβεν παρόλο που ήταν κουφός και που κανονικά θα έπρεπε να κάνει πόλεμο και να σκοτώνει. Όμως λένε ότι ήταν πολύ καλός, μπορεί καλύτερος κι από τον Πλούταρχο ακόμη.
Όλα αυτά  τα γράφω γιατί η μαμά μου επέμενε ότι πρέπει κι εγώ ν’ αρχίσω να βγάζω ωραίους ήχους και να μάθω να παίζω ένα όργανο άλλο, εκτός από τη ντραμς. Εγώ δεν ήξερα τι άλλο να θέλω να μάθω, αλλά η μαμά μου μου είπε πως ήθελα να μάθω πιάνο που είναι σαν τη μελόντικα, όμως όχι τόσο δύσκολο όσο αυτή, γιατί το πιάνο δεν το φυσάς όπως τη μελόντικα, αλλά το πιάνεις με τα δάχτυλά σου, γι’ αυτό λέγεται και πιάνο. Μόνο που, επειδή όποιος πιάνει το πιάνο πρέπει να πληρώνει πολλά λεφτά κι άμα το αγοράσει κιόλας ακόμη περισσότερα, εγώ θα έπρεπε να τους υποσχεθώ ότι θα μάθαινα να παίζω πιάνο οπωσδήποτε, για να μην πληρώνουν τζάμπα. Εγώ δεν καταλαβαίνω τι θα πει ‘πληρώνω τζάμπα’, αλλά έτσι κι αλλιώς εγώ δεν πρόκειται να πληρώσω τίποτα κι έτσι τους το υποσχέθηκα. Μετά από μια βδομάδα φάνηκαν τρεις άνθρωποι στη σκάλα που κουβαλούσαν ένα πολύ μεγάλο μαύρο κουτί πολύ βαρύ που ήταν πιάνο. Το ανέβαζαν με δυσκολία και αργά από τις σκάλες μέχρι που πήγε κι ο μπαμπάς μου να τους βοηθήσει για να το πάνε πιο γρήγορα και να μη χάσουν τη μέρα τους στα σκαλοπάτια μας. Τότε στη στροφή της σκάλας ήταν που ο μπαμπάς μου τους βοήθησε τόσο πολύ που έσπασαν δυο μάρμαρα από τα σκαλοπάτια μας και όλο το μάρμαρο της κουπαστής. Αλλά κι ένα πεντάλ του πιάνου βρέθηκε ξαφνικά στα χέρια του μπαμπά μου που δεν ήξερε πού να το βάλει. Οι τρεις άνθρωποι τον κοίταξαν άγρια και του είπαν να το αφήσει κάτω και θα το φτιάξουν αυτοί μετά, το μάρμαρο όμως θα έπρεπε να το πληρώσει μόνος του. Και να κάτσει κάπου και να μην τους βοηθήσει άλλο. Ο μπαμπάς μου όμως τους λυπήθηκε να το σηκώνουν μόνοι τους το μεγάλο μαύρο κουτί πιάνο και τους βοήθησε να σπάσουν λίγο την καλή μας εξώπορτα, ένα τραπεζάκι στο χωλ, δυο καλά μεγάλα κρυστάλλινα βάζα της μαμάς μου και κάτι άλλα μικροπράγματα που σπάσανε αμέσως μόλις έπεσαν στα πλακάκια μας. Αυτά τα είπε ο μπαμπάς μου δεν πειράζει, αναλώσιμα. Τον τοίχο όμως που του άνοιξε μια τρύπα να! και δυο πλακάκια που έσπασαν όταν δεν πρόλαβε να πιάσει το πιάνο και του έπεσε δεν τα είπε αναλώσιμα. Έτσι ωραία εγκαταστήσαμε το πιάνο στο σπίτι μας κι οι τρεις άνθρωποι έφυγαν τρέχοντας από το σπίτι μας φωνάζοντας καλορίζικο.
Η μουσική ξημερώνει τα ήθη. Και το πιάνο τα ξημερώνει. Γιατί τη νύχτα δεν κοιμηθήκαμε, αλλά ξημερωθήκαμε δίπλα στην πόρτα που δεν έκλεινε και φοβόμαστε μην μπουν κλέφτες μέσα και μας σκοτώσουνε και μας γδύσουνε. Αλλά δεν ξέρω για ποιο λόγο ξημερώθηκαν και τα ήθη της μαμάς μου που ήταν πολύ τσαντισμένη και με το πιάνο και με τον μπαμπά μου. Μόνο με μένα ήταν εντάξει κι έλεγε συνέχεια πως είχα δίκιο, καλύτερα ντραμς, καλύτερα ντραμς.

Monday, February 13, 2012

In memoriam


Στον Γιάννη οφείλω τη μισή και παραπάνω μουσική μου ύπαρξη. Αυτός μου άνοιξε τους δρόμους της κλασικής μουσικής, με έμαθε να ακούω και να καταλαβαίνω τα έργα της μεγάλης μουσικής. Μαζί πηγαίναμε τις Δευτέρες στο Ρεξ, στις συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας. Αμέτρητες οβερτούρες και κονσέρτα και συμφωνίες. Και αμέτρητες αναλύσεις. Πώς έπαιξαν οι μουσικοί, ο Αποστολίδης, ο Ταχιάτης, ο Νίνος  και τα άλλα τέρατα. Πώς διηύθυνε την ορχήστρα μας ο Τσου Χουί κι άλλα ονόματα που έχουν καρφωθεί μέσα μου και δε λένε να σβήσουν. Κι εγώ καθόμουν δίπλα του τις ατέλειωτες ώρες της μελέτης του στο πιάνο, έμαθα να διακρίνω την πλαστικότητα και το συναισθηματισμό αυτού του οργάνου που στην αρχή μου φαινόταν ψυχρό. Και δεν με πείραζε καθόλου, ίσα-ίσα, ν’ ακούω και να ξανακούω το ίδιο κομμάτι, το ίδιο μέτρο. Τον ακολούθησα στις πιανιστικές του σπουδές, τον συνόδευα στα μαθήματά του. Ακόμη και στα ανώτερά του, όταν πια είχε πάρει το δίπλωμα. Το δίπλωμα, παρακαλώ, όχι το πτυχίο. Το δίπλωμα που το πήρε με άριστα μετά από επτά (!) χρόνια σπουδών. Κι οι συζητήσεις μας και τα παιχνίδια μας, όλα είχαν σχέση με τη μουσική. Κάτι έβρισκα εγώ, κάτι σπάνιο και του έπαιζα στο τότε πικ άπ μας μερικά μέτρα κι αυτός το μάντευε. Ακόμη κι αν δεν το είχε ακούσει, πράγμα σπάνιο, καταλάβαινε την εποχή, την τεχνοτροπία, το στιλ και έβρισκε τόσο το μουσουργό όσο και τον καλλιτέχνη. Κι εγώ από την άλλη μεριά του άνοιξα τους δρόμους της μοντέρνας μουσικής: τους Μπητλς, τους Στόουνς, τον Ντίλαν, τον Κοέν στα πρώτα του βήματα τότε κι ένα σωρό άλλους. Τον Μπάρροουζ και την μπητ γενιά, τους σουρεαλιστές της ποίησης και της ζωγραφικής. Τότε κι οι δυο μαζί φτιάχναμε την καλύτερη κινητή εγκυκλοπαίδεια της μουσικής και της τέχνης.
Με τον Γιάννη παρακολουθήσαμε στη χουντική Αθήνα την πρώτη παράσταση του Woodstock στο Παλλάς. Περιμέναμε από τις έξι το πρωί, ήμασταν μπροστά-μπροστά, μόλις ανέβηκαν τα ρολά ορμήσαμε μέσα και πιάσαμε τις καλύτερες θέσεις. Κι όταν άναψαν οι αναπτήρες μας στον Χέντριξ και στα δικά του μάτια γυάλιζαν δάκρυα. Τα ίδια δάκρυα που γυάλιζαν στα δικά μου όποτε ακούγαμε την Ποιμενική, εκεί μετά το ξέσπασμα της μπόρας, όταν πια έβγαινε ο ήλιος κι έλουζε τα πάντα, και φώτιζε και καθάριζε, κι έβγαιναν έξω στα χωράφια οι αγρότες υμνώντας τη δημιουργία, τα ίδια δάκρυα έβρεχαν και τα δικά μου μάτια. Και μετά από μερικά χρόνια με τον Γιάννη είδαμε και ξαναείδαμε πολλές φορές το Let it be, τους υπέροχους τέσσερις στα τελευταία τους. Στο Αττικόν.
Ο Γιάννης πέθανε πριν από πολλά χρόνια. Το Αττικόν χτες.

Saturday, February 11, 2012

Κατόπιν αορτής


Πριν τρεις βδομάδες ακριβώς, Κυριακή ξημερώματα, είδα ένα εκπληκτικό όνειρο. Από αυτά τα όνειρα που σε ξεκουράζουν, σου δίνουν κουράγιο, σου λένε προχώρα, δεν είναι τίποτα, ένα κακό όνειρο ήταν όλα, δεν είναι δυνατόν να πάθεις τίποτα εσύ. Ήμουν, λέει, υγιής, τα χέρια μου ήταν ολοκάθαρα, από την κοιλιά μου δεν ξεπηδούσαν σωλήνες και το στήθος μου δε διέτρεχε καμιά τομή. Ήμουν καλά και υγιής, κι όλα τ΄ άλλα ήταν απλώς γεννήματα της φαντασίας μου. Απόδειξη; Ότι δεν ήμουν φασκιωμένος σε νοσοκομείο. Τέλειο όνειρο. Μετά άνοιξα τα μάτια μου και σήκωσα ψηλά τα χέρια μου. Να δω και να βεβαιωθώ. Είδα τότε τους ορούς, είδα τις παροχετεύσεις στο κορμί μου, είδα την ουλή να κατρακυλάει από το λαιμό μου και κάτω, από βόρεια προς νότια. Αχ, το καλό ήταν όνειρο, η πραγματικότητα ήταν αυτή που φοβόμουν.
Τότε αμέσως πέρασαν από τη σκέψη μου όσα πράγματα πρόλαβα να αγαπήσω στη ζωή μου. Κυρίως τα πρόσωπα της ζωής μου. Αλλά το ίδιο γρήγορα άρχισαν να τρέχουν μπροστά στα μάτια μου όσα δεν είχα προλάβει ακόμη: τραγούδια και μουσικές και δεν είχα ακούσει, βιβλία που δεν είχα διαβάσει, πρόσωπα που δεν τους είχα εκφράσει ακριβώς αυτό που είχα μέσα μου γι’ αυτά. Αλλά και στιγμές που ήθελα να ξαναζήσω, που δεν τις είχα χορτάσει: ξημέρωμα στη θάλασσα με το Ναύπλιο απέναντί μου, μια βροχή δυνατή απ’ αυτές που ξεπλένουν τα πάντα και δεν αφήνουν κανένα λεκέ στο πέρασμά τους, ένα ποτήρι ζεστό γάλα στο τραπέζι, τα παιδιά μου μικρά να ζουζουνίζουν κάτω από το τραπέζι…
Χιλιάδες εικόνες περνούσαν μπροστά από τα τρομαγμένα μου μάτια. Παλιοί μου μαθητές που δεν κατάφερα να τους μεταδώσω τίποτα σχεδόν από την ομορφιά που μας περιβάλλει, ποιήματα που δεν κατάφερα ακόμη να αποκρυπτογραφήσω, σελίδες που είχα σημειώσει να τις ξαναδιαβάσω αργότερα, άλλες τσεκαρισμένες να τις διαβάσω της Ελένης, ιδέες για ένα διήγημα… Χιλιάδες.
Κι εκεί, με τα χέρια σηκωμένα σε μια τελετουργία άγνωστη μέσα στις εντατικές και στους θαλάμους, νεόκοπος μάγος με το κορμί του μπαλωμένο, αποφάσισα όλα αυτά να τα κάνω! Ένα ένα κι όλα μαζί. Ναι, θα τα κάνω. Έστω κι έτσι… κατόπιν αορτής! 

Tuesday, January 03, 2012

Ημερολόγιο 2012 *


Μια απέραντη γαλάζια επιφάνεια. Άλλοτε ήρεμη, άλλοτε ταραγμένη, καλχαίνουσα.
Την έχουμε συνηθίσει τη θάλασσα. Απ’ όπου και να κοιτάξουμε, θα δούμε ένα κομμάτι της. Κι αν είμαστε μακριά της και δεν την πιάνει το μάτι μας, στις μύτες των ποδιών μας την ψάχνουμε.
Όσο μετράμε στεριές άλλο τόσο μετράμε και θάλασσα. Μας βοήθησε στη ζωή μας. Οι κορυφές των θαλάσσιων βουνών, τα νησιά, γενήκανε σκαλοπάτια. Τα περπατήσαμε και φύγαμε, ταξιδέψαμε. Πρώτα εδώ κοντά και μετά μακρύτερα.
Άλλοι από μας τα κατάφεραν κι έφτασαν απέναντι, μετέφεραν την πραμάτεια τους και γύρισαν πίσω πλούσιοι. Άλλους μας πήρε για πάντα κοντά της, άνοιξε την αγκαλιά της και μας δέχτηκε, μας έκλεισε στη σιωπή της. Αλλά κι άλλοι, που πήραν τους δρόμους τ’ ουρανού κι αστόχησαν, η θάλασσα τους πήρε κι αυτούς, θαλασσωμένους. 
Βλέπω τον Αργολικό από μια κορφή. Δυο ψαρόβαρκες στην επιφάνεια και στο βυθό κοιμούνται χάλκινα μέλη. Τ’ αγκίστρια των ψαράδων μας ξυπνούν τα πέτρινα όνειρα των αγαλμάτων. Συχνά πυκνά, αναδύεται κάποιο απ’ αυτά και μας θαμπώνει: μια Αφροδίτη, ένας Ποσειδώνας, ένας αμφορέας ντυμένος κοχύλια…
Και στα σπίτια μας; Ανοίγουμε το παράθυρο και με όρτσα τις κουρτίνες μπαίνει ο μπάτης. Δεν υπάρχει άλλο δρομολόγιο από τους δρόμους της θάλασσας. Κι οι άνθρωποί της το ξέρουν καλά: όταν ακούν τις Σειρήνες, ανθίζουν στο πέλαγος θαλάσσια ξύλα.
Πολύ θα ’θελα να ήμουν της θάλασσας. Ένας αστερίας. Ένα κοχύλι ή ένα καράβι. Ένα βότσαλο γλυμμένο. Ακόμη κι ένα ναυάγιο. Σαν αυτά τα τρία αρχαία πλοία στο βυθό της θάλασσας του Τολού που περιμένουν τον αρχαιολόγο. Ή τον ψαρά τους.


* Το κείμενο γράφτηκε για το Ημερολόγιο τοίχου του Νέου Σχολείου. Το θέμα του ήταν η θάλασσα.

Monday, December 26, 2011

Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Θα μπορούσε να ήταν μια συγκινητική χριστουγεννιάτικη ιστορία. Εκείνη καθισμένη στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας. Τα σκαλιά του πεζοδρομίου, να εξηγούμαστε, γιατί η πολυκατοικία είχε κλειστή την είσοδό της κι ένα χαρτί κολλημένο στη τζαμαρία που της το έδειχναν οι ένοικοι και κάτι της έλεγαν. Φυσικά δεν καταλάβαινε. Ούτε αυτά που της έλεγαν ούτε αυτά που έγραφε το χαρτί. Εκείνη στην αρχή ήθελε μόνο να ξαποστάσει.  Λίγο αργότερα, όμως, καθώς καθόταν στο σκαλοπάτι, πέρασαν απ’ το μυαλό της κάποια παλιά Χριστούγεννα, τότε που είχαν ανεβάσει στη σχολική τους γιορτή το Κοριτσάκι με τα σπίρτα του Άντερσεν. Αυτή, φυσικά, είχε παίξει το κοριτσάκι. Και το είχε παίξει τόσο ρεαλιστικά η αφιλότιμη που οι δασκάλοι της είχαν δακρύσει, χώρια οι συμμαθητές κι οι συμμαθήτριές της που τα αναφιλητά τους έφταναν στ’ αυτιά της. Τόσο ρεαλιστικά.
Τώρα τα χέρια της είναι άδεια, δεν έχει σπίρτα. Ούτε χιονίζει ούτε σκοτάδι είναι ακόμη να δει το αστέρι εκείνο να πέφτει. Θυμάται: για κάθε αστέρι που πέφτει μια ψυχή ανεβαίνει. Και τα μάτια της είναι άδεια και δεν έχει να παρακαλέσει για κάτι. Στο πανεπιστήμιο και στα διαβάσματά της είχε μάθει πως για τα δικαιώματα δεν παρακαλάς, αγωνίζεσαι. Διεκδικείς και σκοτώνεις. Τώρα όμως είναι τόσο κουρασμένη. Ούτε τη γλώσσα ξέρει ούτε τους ανθρώπους.

Saturday, December 17, 2011

Εις την Οδόν των Φιλελλήνων ΙΙ


 Αλήθεια, μπορούμε σήμερα να υπολογίσουμε πόσοι είναι αυτοί που αγαπούν την πατρίδα τους, αυτοί που, σε ορισμένες δύσκολες ώρες, θα θυσιάζονταν για χάρη της, ή, έστω, αυτοί που, όπως ο Κρέων, δε θα ’πιαναν ποτέ φιλίες με εχθρό της; Έχουμε μάθει στο σχολείο αρκετά για το παρελθόν, όχι πάντα τα πιο σπουδαία ούτε πάντοτε τ’ αληθινά. Όμως, όλα όσα γράφονται στα σχολικά βιβλία, άρα όσα αποτελούν και την επίσημη άποψη της πολιτείας για την ιστορία μας, μιλούν για δίκαιους αγώνες της φυλής, ακόμη κι αν αυτοί οι αγώνες ήταν εκστρατείες επεκτατικές ή εμφύλιες συρράξεις. Μιλούν για θυσίες στους βωμούς της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας κι αποσιωπούν τις θυσίες στους βωμούς του κέρδους και του συμφέροντος. «Η ιστορία μας είναι γεμάτη αγώνες και θυσίες» ή «Οι Έλληνες αθρόοι έσπευσαν στο προσκλητήριο της πατρίδος» ηχούν στα αυτιά μου από την παιδική μου ηλικία, από τη μαθητική  μου θητεία αλλά και από την άλλη θητεία, την πολύ πιο δύσκολη κι απαιτητική, τη στρατιωτική. Όλ’ αυτά διαχώριζαν αμέσως και σαφώς τον Έλληνα από το δυστυχή Βάρβαρο. Και μ’ αυτή την ανωτερότητα βαυκαλιζόμασταν χρόνια ολόκληρα, αιώνες συναπτούς.
Η κατάληξη; Η απάντηση στα αρχικά ερωτήματα μπορεί να μας βγάλει απ’ τις εθνικές μας ψευδαισθήσεις. Αν, διασκευάζοντας λίγο τον Διονύσιο τον Ιερομόναχο του εθνικού μας ποιητή, που προσπαθούσε με τα δάχτυλα αγκυλωμένα στο φιλιατρό του πηγαδιού να μετρήσει τους δίκαιους αυτού του κόσμου και του περίσσευαν τα δάχτυλα, προσπαθούσαμε κι εμείς, εδώ και τώρα, να μετρήσουμε αυτούς που αγαπούν τον τόπο μας, δε θα μας χρειάζονταν πολλά χέρια, ούτε καν πολλά δάχτυλα. Απ’ την άλλη μεριά, αν σκεφτούμε πόσοι Έλληνες μισούν την Ελλάδα θα μας ήταν αναγκαίες στρατιές ολόκληρες χεριών: τα δάση μας καίγονται τα καλοκαίρια από δικά μας χέρια, η οικονομία μας κάηκε από δικά μας χέρια, η χώρα μας παραπαίει πολιτικά, διπλωματικά, πολιτιστικά κι οι δικοί μας ‘αγώνες’ είναι η αιτία, χρήματα ελληνικά κοσμούν τις ελβετικές τράπεζες κι εμείς είμαστε οι καταθέτες, το περιβάλλον στις πόλεις και στην ύπαιθρο μαράθηκε ανεπανόρθωτα κι οι ένοχοι είμαστε εμείς. Ο καθένας απ’ το μετερίζι του, αφού ταμπουρωθεί καλά, πυροβολεί οτιδήποτε είναι ευχερές προς σκόπευση. Και μετά, μετά τις μάχες τις κερδοφόρες για το άτομο, αλλά, φευ, χαμένες για το σύνολο, στις πλατείες διαλαλεί ο καθείς την πραμάτειά του, λέει σπουδαία λόγια, ρητορεύει ασύστολα κι ανενδοίαστα. Εν γνώσει του, βεβαίως, ότι το «είς οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης» (που, σημειωτέον, ο Όμηρος δεν το χαρίζει σε κάποιον Έλληνα, αλλά σ’ έναν Τρώα, τον Έκτορα, σ’ έναν βάρβαρο δηλ. νικηθέντα και διαπομπευθέντα από Έλληνα) έχει μετατραπεί σε «αμύνεσθαι και αγωνίζεσθαι για την πάρτη σας». Κι ασφαλώς και με εχθρούς της χώρας του θα κάνει παρέα και με το διάβολο τον ίδιο θα συμμαχήσει αρκεί να ’χει διάφορο, κωφεύοντας στα λόγια πάλι του Κρέοντα, δηλαδή του Σοφοκλή, δηλαδή του Περικλή: «ήδε (η πατρίδα) εστίν η σώζουσα και ταύτης έπι πλέοντες ορθής τους φίλους ποιούμεθα».
Λοιπόν, επιμένω: πόσοι είναι; Πόσοι είναι αυτοί που, θυσιάζοντας την ατομική τους ευπραγία, το προσωπικό τους συμφέρον, θα υπηρετήσουν “με αρετήν και τόλμην” το κοινό καλό; Ή μήπως σήμερα ισχύουν, περισσότερο κι από την εποχή που ειπώθηκαν, τα λόγια του Λα Ροσφουκώ: “οι αρετές χάνονται μέσ’ στο συμφέρον, όπως οι ποταμοί χάνονται μέσα στη θάλασσα”; Αλλ’ όμως, εδώ καταφέραμε τα ακατόρθωτα. Εδώ τελειώσαμε την ίδια τη θάλασσα, την ανεξάντλητη για το Σεφέρη, εδώ στερέψαμε τους ποταμούς και στομώσαμε τις αρετές, την Ψωροκώσταινα θα κοιτάξουμε; Εδώ λατρεύουμε απ’ όλους τους θεούς αποκλειστικά τον Κερδώο Ερμή και του καίμε λιβάνι, ενώ περιμένουμε από άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, για το γείτονα θα πολεμήσουμε και για την πόλη μας θα σκοτωθούμε; Οι σημαίες του συμφέροντος ανεμίζουν προκλητικά, πράσινες, κόκκινες ή γαλάζιες, αδιάφορο.
Σ’ αυτό το σημείο, έτσι για να διασκεδάσουμε λίγο τα σφάλματα τα σημερινά και τη γενική κατήφεια που τα συνοδεύει, αλλά και για να δικαιολογήσουμε και τη νοοτροπία μας, θα σας διηγηθώ μια άκρως διδακτική ιστορία. Όταν το 1826 εμείς οι Έλληνες ξεπουλούσαμε την πατρίδα μας, την εθνική και πολιτική μας ανεξαρτησία στους Άγγλους, ένας μόνο κοντούλης, κιτρινιάρης κι αχαμνός βρέθηκε να τους βάλει μπροστά. Και μιλώντας σα να ’χε ζήσει όλη του τη ζωή στη σκλαβωμένη του πατρίδα, σα να ’χε υποφέρει αυτός πιότερο από τους άλλους είπε ξεκάθαρα μέσα σε άλλα και τα εξής: «Ο λαός, κύριοι, του οποίου παρρησιάζετε το πρόσωπον, δεν σας έδωκε την πληρεξουσιότητα να καταργήσετε την εθνικήν και πολιτικήν ανεξαρτησίαν του, αλλά να την στερεώσετε, να την διαιωνίσετε. Η ιστορία θέλει κρίνει μίαν ημέραν αδεκάστως την πράξιν σας...Σας θορηβεί η έλλειψις των χρηματικών πόρων; Καταφύγετε εις την γενναιοφροσύνην των πολιτών. Έλλην ποτέ δεν εκώφευσεν εις την φωνήν της πατρίδος... Έλλην όμως, και φίλος άδολος της ελευθερίας του έθνους μου, δεν θέλω λείψει να συναγωνισθώ μετά των λοιπών συναδέλφων μου, και να χύσω και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, εν όσω διαρκεί ο υπέρ ανεξαρτησίας πόλεμος...» Ξέρετε, όμως, πώς τον αντάμειψε τον πατριώτη αυτόν η Εθνική Συνέλευσις, δηλαδή εμείς οι ίδιοι; Ας ακούσουμε την απόφασή μας με τη φωνή του ιστορικού Σπυρίδωνα Τρικούπη: «Αγανακτήσασα η συνέλευσις επί τη διαμαρτυρήσει ενός πολίτου κατά της ομοφώνου αποφάσεως όλου του έθνους εστέρησε διά ψηφίσματός της τον διαμαρτυρηθέντα παντός πολιτικού δικαιώματος  και τον απέκλεισε πάσης στρατιωτικής υπηρεσίας». Κι ασφαλώς δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος, για να θυμηθούμε και το Μανόλη Αναγνωστάκη.
Και τελειώνοντας, επανέρχομαι στο αρχικό ερώτημα: λοιπόν, πόσοι είναι; Θ’ απαντήσει κανείς;


Tuesday, December 13, 2011

Διά-


Σήμερα με πρόθεση και όχι κατά λάθος, θα επιχειρήσουμε έναν περίπατο με συντροφιά και βοηθό μια πρόθεση. Μια πρόθεση ιδιαιτέρως χρηστική στον σημερινό Έλληνα, ο οποίος μπορεί με αυτή να εκφράσει τα μύρια όσα συμβαίνουν γύρω του, αλλά και όσα έχει μέσα της η καρδούλα του. Η πρόθεση αυτή είναι η πρόθεση διά.
Μας ενδιαφέρει άμεσα η μικρή αυτή λέξη, η διά, γιατί μια ζωή, διά παντός διαιρεμένοι ήμασταν εμείς οι Έλληνες μέσα στην πατρίδα μας. Κι ενώ στο εξωτερικό όλοι διακρινόμαστε με ό,τι και αν καταπιαστούμε, διαγωνιζόμενοι με άλλους ξένους ερχόμαστε πρώτοι και με διαφορά, διαπρέπουμε και γινόμαστε διάσημοι, ενώ εδώ που είναι ο μόνιμος τόπος διαμονής μας, στην Ελλάδα, περνάμε διά πυρός και σιδήρου για να πετύχουμε το αυτονόητο, για να πιάσουμε μια θέση, ας πούμε και να εργαστούμε. Και ενώ ψάχνουμε, δεν είναι ότι δεν ψάχνουμε να βρούμε τις αιτίες και να καταλήξουμε στο διά ταύτα, να δούμε ποιος ή τι φταίει και πώς θα διορθωθεί, σπαταλιόμαστε σε διαπληκτισμούς, σε διαμάχες πολιτικές, θρησκευτικές, οικογενειακές, κομματικές, διαχέεται η προσοχή μας και χάνουμε το στόχο. Βλέπουμε τη διαφθορά γύρω μας, διακρίνουμε τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας από κάποιους επιτήδειους για ίδιον όφελος, τη διαστροφή της αλήθειας, τη διαπόμπευση αξιών και ιδεών, αλλά συνεχίζουμε να διάγουμε βίον ανέμελον. Βλέπουμε τους διάφορους διαβόητους να διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα σαν να είναι δικό τους επιδιώκοντες πάντοτε διάφορο, δηλαδή προσωπικό κέρδος, ακούμε τις διάτορες κραυγές των αδικουμένων να διαβεβαιώνουν για το δίκιο τους και το ήθος τους και δε μας καίγεται καρφάκι. Έχουμε δει κατά καιρούς τους βουλευτές και τους πολιτευτές σαν τα διαβατάρικα πουλιά να περνούν από το ένα κόμμα στο άλλο κι εμείς ζητάμε διακομματικές επιτροπές για να λύσουν τα προβλήματα, λες και θα γίνει κάτι διαφορετικό τώρα που η Δαμανάκη και ο Ανδρουλάκης, ας πούμε, κάθονται σε διαφορετικά έδρανα. Βλέπουμε τις συνήθεις πλέον διαγραφές κομματικών στελεχών, δικαστές να τίθενται σε διαθεσιμότητα, διαπρεπείς δικηγόρους διαπρύσιους κήρυκες της δικαιοσύνης και του λειτουργήματός τους να ανοίγουν διάπλατα την αγκάλη τους στην αδικία και το οικονομικό τους συμφέρον, διαιτητές να διαιωνίζουν τη σαθρή κατάσταση στο ποδόσφαιρό μας, επιχειρηματίες και πολιτικούς σε άμεση και έμμεση διαπλοκή, εξετάσεις διαβλητές, διαρροές, κυβερνητικά στελέχη να διοχετεύουν πληροφορίες σε φίλιες εφημερίδες, ακούμε τις φωνές διαμαρτυρίες κάποιων, διανοουμένων κυρίως, λίγων πάντως μια και οι περισσότεροι βρίσκονται σε διαρκείς πνευματικές διακοπές, αλλά εμείς έχουμε άλλη δουλειά αυτή τη στιγμή, παρακολουθούμε στη διαπασών την τελευταία διαφήμιση του κινητού τηλεφώνου που θέλουμε να αγοράσουμε.
Κανονικά η κατάστασή μας χρήζει ιατρικής διάγνωσης, για να υπάρξει διέξοδος, αφού διαπιστωθεί πρώτα η ασθένεια από την οποία πάσχουμε όλοι. Και οι αλλαγές που χρειάζονται δεν πρέπει να είναι πια αντικείμενο άβουλων διαπραγματεύσεων και διαμεσολαβήσεων για να σωθούν κάποια προσχήματα ούτε διορθωτικές αλλά διαρθρωτικές. Αλλιώς με τόσες διαλείψεις στο μυαλό μας, με τις ψυχικές μας διαταραχές, με τόσες διαφωνίες στις σχέσεις μας με τους άλλους, με τόσα διαζύγια από ανθρώπους και ιδέες που μας ανέθρεψαν πώς θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε την πνευματική μας υγεία, να διασφαλίσουμε την ακεραιότητά μας, να διασώσουμε και να διαφυλάξουμε όσες από τις διαχρονικές αξίες μας παραμένουν ακόμη δυναμικές;
Εκτός και αν στο διαμπερές διαμέρισμά μας, κι ενώ το φως της πατρίδας μας διαχέεται μέσω όλων των παραθύρων άφθονο και ανελέητο, με τη διαυγή ατμόσφαιρα να διαποτίζει την ύπαρξή μας, να διαφεντεύει το περιβάλλον και να μας προετοιμάζει για ένα νέο διαφωτισμό, εμείς προτιμάμε να κλείνουμε τα μάτια, να αγνοούμε τη διαφάνεια στην οποία πιστεύαμε κάποτε και να ζούμε διασωληνωμένοι.

Sunday, December 11, 2011

Προσευχή Ι


Ξύπνησε βαθιά μεσάνυχτα από τις φωνές και τα τραγούδια. Πετάχτηκε γρήγορα-γρήγορα, άρπαξε το ράσο του από τη μοναδική καρέκλα του κελιού, το φόρεσε όπως-όπως και, βγαίνοντας έξω, αντελήφθη ότι ο χαλασμός ερχόταν από την εκκλησία. Έφτασε εκεί λαχανιασμένος για να δει έναν από τους φιλοξενουμένους του μοναστηριού εκείνη τη βραδιά να το ’χει ρίξει στο χορό με φωνές και με μακρόσυρτα αμάν…αμάν μπροστά στο τέμπλο. Ζεϊμπέκικο χόρευε, τσιφτετέλι, καρσιλαμά; Τίποτα απ’ αυτά κι όλα μαζί. Και δώσ’ του γυροβολιές μπροστά στις εικόνες του τέμπλου. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι να τον βλέπει να πληρώνει με τέτοια ασέβεια τη φιλοξενία. "Τι ’ναι αυτά που κάνεις εκεί; Μας αναστατώνεις! Χορεύεις μέσα στον οίκο του Κυρίου; Τρελάθηκες;" "Άσε με, πάτερ, ήσυχο, προσεύχομαι", του απάντησε αυτός ανάμεσα στις αγριοφωνάρες του καθώς συνέχιζε τον τρελό του χορό. Τον άρπαξε από τα χέρια και τον ταρακούνησε. "Βγες έξω, βλάσφημε", του σφύριξε και τον έσυρε με όση δύναμη είχε έξω από την εκκλησία. Από τον οίκο του Κυρίου. "Δεν κάνουμε τέτοια εμείς εδώ".
Γύρισε στο κελί του. Άργησε να τον πάρει ο ύπνος. Η ίδια εικόνα συνέχεια στο μυαλό του δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Μα πώς του ήρθε; Μερικές στιγμές σαλεύει και το λογικό κι ο άνθρωπος κάνει ό,τι του κατέβει. Χωρίς να σέβεται το χώρο και τους συνανθρώπους του. Τέλος πάντων, συγχωρεμένος να ’ναι. Με τα πολλά αποκοιμήθηκε. Του φανερώθηκε η Παναγιά. Τι είναι αυτό που έκανες; Γιατί σταμάτησες τον άνθρωπο; Μα… Παναγιά μου!... Γιατί δεν τον άφησες να προσευχηθεί; Μα… Παναγιά μου, προσευχή ήταν αυτό; Αυτός χόρευε μπροστά στις εικόνες σου! Και ποιος σου είπε εσένα πώς είναι η προσευχή; Από πού ξέρεις ότι έτσι δεν μπορεί να προσευχηθεί κάποιος;
Πετάχτηκε καταϊδρωμένος. Ξαναφόρεσε το ράσο του κι έτρεξε στον ξενώνα. Έσκυψε πάνω από τον κοιμισμένο ασεβή. "Σήκω, σήκω γρήγορα και τρέχα στο ναό να προσευχηθείς". "Μα εσύ δεν ήσουν που…”. “Τρέχα γρήγορα είπα, τρέχα να προσευχηθείς με τον τρόπο σου. Δε θα τα πληρώσω εγώ. Προσευχήσου όπως θέλεις, άνθρωπέ μου. Πες τις δικές σου προσευχές".

Thursday, December 08, 2011

Χωρίς ήρωες


Θα το πανηγύρισαν δεόντως οι μυστικές υπηρεσίες της Αμερικής το νέο που έφθασε εκείνο το βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου 1980. Και γιατί να μην πανηγυρίσουν; Ούτε τα χέρια τους ανακάτεψαν και μάτωσαν, ούτε σε ιδιαίτερα προβλήματα τους έβαλε αυτό το αναπάντεχο ξεπάστρεμα. Αλλά ούτε και την αστυνομία έβαλε σε μπελάδες. Οι διάφοροι Σέρπικο μπορούσαν να συνεχίζουν τη δική τους δουλειά ήσυχοι. Το κακό σπυρί έσκασε κι έφυγε. Ο Τζον Λένον έσβησε δολοφονημένος. Μάλιστα! Και από ποιον; Από έναν θαυμαστή του που πριν μερικές ώρες του είχε ζητήσει αυτόγραφο κι είχε φωτογραφηθεί μαζί του. Τέλεια. «Ρε», «θα αναρωτήθηκαν κάποιοι στις υπηρεσίες, μήπως είναι δική μας δουλειά»; Πού να πιστέψουν οι άνθρωποι σε τέτοια τύχη. «Όχι, όχι, δεν είναι δική μας δουλειά. Μαρκ Τσάπμαν ο τύπος, τον πυροβόλησε τέσσερις φορές και κάθισε να τον συλλάβουν». Θα έκαναν το σταυρό τους μερικοί στις υπηρεσίες, θα σφράγισαν στο FBI το φάκελο με τις 281 σελίδες και θα τον έβαλαν στο αρχείο τους. Τέλος! «Μακάρι όλοι οι εχθροί μας να τέλειωναν έτσι».
Κι ο κόσμος; Θέλω να πω όλοι αυτοί, εμείς που δεν ανήκουμε στις υπηρεσίες, εμείς που νιώθαμε τον Λένον δικό μας, άνθρωπο που κουβαλούσε τα λίγα ιδανικά μας στην πλάτη του, που τον βλέπαμε στις πορείες μπροστάρη να εναντιώνεται στον πόλεμο, να αγωνίζεται για την ειρήνη, να ζει και να εκφράζεται καλλιτεχνικά μέσα από τους στίχους και τα τραγούδια του, όλοι εμείς οι υπόλοιποι πώς νιώσαμε; 
Νιώσαμε να χάνεται άλλος ένας ήρωάς μας. Και τι σημαίνει που αγιοποιήθηκε, και τι σημαίνει που όλοι ξαφνικά άρχισαν να ασχολούνται με τον Λένον, να μιλάνε για τη σημασία που είχαν η μουσική του, η ακτιβιστική δράση του, η αγάπη και ο έρωτάς του, οι συνεντεύξεις του; Η φωνή του έσβησε, το πρόσωπό του χάθηκε.
Χάθηκε; Ναι… Όσο κι αν οι ήρωες ζουν, όσο κι αν ο θρύλος δημιουργεί και στήνει καινούριες σκάλες για να ξεπεραστούν τα εμπόδια, χάθηκε. Γι’ αυτό κι έτριβαν τα χέρια τους οι μυστικές υπηρεσίες εκείνο το βράδυ. Γιατί γνώριζαν πολύ καλά ότι ΑΥΤΟ ΤΕΛΕΙΩΣΕ. Κι αργά ή γρήγορα θα ξεκινήσουν πανηγυράκια εις μνήμην του εκλιπόντος. Κι η νέα κοινωνία, αυτή που ξεπρόβαλε αμέσως μετά, τη δεκαετία του ’80 και ’90 φρόντισε να ταΐσει κουτόχορτο και να μοιράσει ακίνδυνα παιχνιδάκια στους έφηβους και στους νέους. Και φτάσαμε στο τώρα, 31 ολόκληρα χρόνια μετά, να ψάχνουμε για ήρωες και να τους βρίσκουμε όλους πεθαμένους. Δολοφονημένους. Να μιλήσω για ήρωες;
Ευτυχώς που ζει ακόμη η Γιόκο. Αυτή που μισούσαμε μια εποχή, αποδείχτηκε πολύ σκληρή για να πεθάνει και περισσότερο άξια απ’ όσο νομίζαμε, όταν ζούσε στη σκιά του. Ευτυχώς που ζει και μας τον θυμίζει έτσι όπως ήταν. Και μας θυμίζει τα τραγούδια του και τη δράση του, κι ενδιαφέρεται αυτή τώρα για όλα αυτά που χρωμάτιζαν τη σημαία του. Και τη σηκώνει αυτή τη βαριά σημαία η Γιόκο, την ανεμίζει μόνη της μέσα στην γενικότερη αδιαφορία της παγκοσμιοποίησης, μιλάει μόνη της για την ειρήνη, φτιάχνει τέχνη (μη εμπορική τέχνη, παρακαλώ) για να βρίσκεται στην επικαιρότητα ο Τζον, ο Τζον της. Στα 79 της η Γιόκο ζει εδώ και 31 χρόνια για δύο. Χτίζει κι έναν πύργο, τοποθετεί μέσα του τρεις κάψουλες με το έργο του Τζον της, και τις προγραμματίζει να σκάσουν, να ανοίξουν το 2040, στα 100 χρόνια από τη γέννηση του καλού της, για να μάθουν οι τότε νέοι γι’ αυτόν, να τον ξαναδούν έτσι όπως τον αποτύπωσε εκείνη και να ξανακούσουν τα τραγούδια του.
Μπας και γίνει κάτι σ’ αυτόν τον κόσμο, τον χωρίς ήρωες.

Friday, November 25, 2011

Εις την οδόν των Φιλελλήνων


Φιλέλλην θεωρείται (και έτσι ορίζεται η λέξη στο λεξικό) ο αγαπών τους Έλληνες. Είτε αυτός ο ίδιος είναι Έλλην είτε ξένος. Φιλέλληνας  μπορεί να είναι τόσο ένας ημεδαπός, λοιπόν, όσο και ένας αλλοδαπός. Και υπήρξεν εποχή κατά την οποία ευδοκιμούσαν και οι δυο αυτές ποικιλίες ανά την υφήλιον. Ήτο Ιούλιος. Υπήρχαν πολλοί γηγενείς που αγαπούσαν τους συμπατριώτες τους, όπως υπήρχαν και πολλοί Ευρωπαίοι, Αμερικανοί, Ταϊτιανοί που αγαπούσαν και αυτοί πολύ τους Έλληνες και την Ελλάδα. Ναι, ήτο Ιούλιος. Και ήταν μάλιστα τόσο ρομαντικοί που αρκετοί αποφάσιζαν να έρθουν εδώ, στο δικό μας χώρο, όχι για να θαυμάσουν το τοπίο, να ζήσουν τον ήλιο και τη θάλασσα, αλλά να πολεμήσουν στο πλευρό των αγαπημένων τους Ελλήνων. Ήταν η εποχή του ρομαντισμού; Ήταν το μεγαλείο της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς που οι μακρινοί εκείνοι είχαν γνωρίσει και θέλησαν να δώσουν, ως αντίτιμο για τα αρχαία δώρα, το αίμα τους για την ελευθερία των συγχρόνων τους Ελλήνων; Ήταν η δίψα για περιπέτεια; Δεν είχαν στον ήλιο μοίρα στη δική τους πατρίδα, οπότε τι είχαν και τι θα έχαναν ήταν το ίδιο και το αυτό και καβαλούσαν ένα πλοίο για να ’ρθουν στα μέρη μας; Πίστευαν ότι υπήρχε εδώ στάδιο λαμπρό για πλουτισμό και εξουσία; Έψαχναν να βρουν μια ταυτότητα και ένα λόγο ύπαρξης; Όλα αυτά ήταν κι άλλα που έχουν απαντηθεί από τους ιστοριογράφους. Όπως υπήρχαν και εντός ελληνικού χώρου ντόπιοι που αγαπούσαν την πατρίδα τους. Που ταμπουρώνονταν σ’ ένα Μεσολόγγι, ας πούμε, και μέσα στο χορό της φύσης και του φωτός, αυτοί έτρωγαν ποντίκια. Με δίπλα τους τον φόβο του θανάτου. Μα δεν παραδίδονταν σε Τούρκους ή Αιγύπτιους ή όπως αλλιώς λέγαν τότε τους εχθρούς και τους μισέλληνες.  Και μη φανταστούμε ότι αυτοί ήταν ήρωες και τέτοια ηχηρά! Όχι! Ήταν άνθρωποι κανονικοί, με τις αδυναμίες και τα ελαττώματά τους. Άλλος φιλοχρήματος, άλλος εγωπαθής και άλλος φίλαρχος, άλλος φίλερις και φατριαστής και πάει λέγοντας. Είχαν όμως ένα κοινό: ήταν φιλέλληνες.
Αυτά τότε. Τότε που και η Ντάπια του Μεσολογγιού και ο Μαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως… Γιατί τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει άρδην. Τώρα βρίθουν οι μισέλληνες και εντός και εκτός Ελλάδας. Κι αν θέλει κανείς να ψάξει για να βρει μερικά δείγματα φιλελλήνων, και βάλει το χέρι του στο φιλιατρό του πηγαδιού προσπαθώντας να τους μετρήσει, θα μαζεύει ένα-ένα τα δάχτυλα μέχρι που με τον αντίχειρα, το δείκτη και τον μέσο που θα απομείνουν, απορημένος θα κάνει το σταυρό του σαν να ζητάει συχώρεση. Γιατί δε βρίσκει κανέναν. Γιατί περίσσεψαν τα λόγια και έλειψαν οι πράξεις που να αποδεικνύουν την ύπαρξη σημερινών φιλελλήνων. Κι όσο περισσότερο θα παιδεύεται να βρει έστω έναν, τόσο περισσότερο θα απογοητεύεται.
Ωραία εποχή αυτή! Που μπορείς να αγαπάς το αυτοκίνητό σου, τη γειτόνισσα, το καινούριο σου τζιν, τον ηθοποιό που σε κάνει να γελάς, το κινητό και το i-pad σου, αλλά πέραν αυτών δεν δίνεις διάρα τσακιστή γι’ αυτό που λέγεται πατρίδα. Και που κατάντησε να μοιάζει τώρα πια περισσότερο σαν μια παρτίδα χαμένη παρά σαν τόπος που σε γέννησε, σε γαλούχησε, σε προστάτευσε, σε μόρφωσε, σου χάρισε μια ταυτότητα, σου έδωσε –τέλος πάντων- αυτά τα λίγα που είχε να σου δώσει. Κι είναι –αλήθεια- κρίμα μέσα σ’ αυτό το φως να εξαϋλούται, να εξατμίζεται σχεδόν ολοσχερώς, να τήκεται υπό το ίσον φως η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου. 

* Η φωτογραφία είναι από το mlp.blogspot.com.  

Thursday, November 10, 2011

Νεοελληνική Ποίηση


Τα πράγματα στην Ενδοχώρα δεν πάνε καθόλου καλά. Είναι φανερό πια ότι έχουμε χάσει τους Προσανατολισμούς μας. Βαδίζουμε όλοι σαν τον Τυφλό με το Λύχνο. Κι ενώ ήμασταν έτοιμοι να πάρουμε την Στροφή, που δε θα μας οδηγούσε βέβαια Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες, αλλά -όσο να ’ναι- θα μας έβγαζε από Το Περιθώριο και θα σταματούσε το έντονο φλερτ με τον Τάφο, οι πολιτικοί μας για μια ακόμη φορά επέλεξαν την Ασάλευτη Ζωή. Κι όσο κι αν ο Αλαφροΐσκιωτος προσπαθούσε να διώξει από πάνω του την ευθύνη των Σκοτεινών Πράξεών του, ο Διάβολος με το Κηροπήγιο, που παραμόνευε, του έφερε να μας διαβάσει το Εγχειρίδιο Ευθανασίας. Αλίμονο! Μικρό Βιβλίο για Μεγάλα Όνειρα. Η Μάχη στην Άκρη της Νύχτας μαινόταν κι εμείς περιμέναμε μες στην Αγρύπνια όλοι με τα μάτια κολλημένα στα μόνιτορ τον Άνθρωπο με το Ταμπούρλο. Η Συνέχεια; Κι εκείνο το βράδυ αλλά και το επόμενο, ενώ αγρίως Φυσούσε στα Σταυροδρόμια του Κόσμου, δεν φάνηκε ο Πρίγκιπας, δε φάνηκε ο νέος Μπολιβάρ που θα έπαιρνε στα χέρια του τα ηνία για να αποφύγουμε τον Δύσκολο Θάνατο. Εποχή Ισχνών Αγελάδων, θα πείτε! Είναι να μη σε πιάνει Το Αιώνιο Παράπονο; Κανείς δεν υπέγραφε τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου, ενώ οι Χειρονομίες από Το Νεκρό Σπίτι της Ανυπόταχτης Πολιτείας δεν ήταν τίποτα άλλο από απλό Αποχαιρετισμό. Κανείς δεν δεχόταν να περάσει την πατρίδα από το Έρεβος στη Χειμερινή Διαύγεια.
Κι οι υπόλοιποι εμείς, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι; Τι κάνουμε εμείς; Εμείς που έχουμε Συνείδηση της Γης μας, εμείς που Ερήμην μας γινόμαστε περίγελως στις Γειτονιές του Κόσμου, εμείς που μας διατάσσουν «Μη Ομιλείτε εις τον Οδηγόν αυτή τη στιγμή, περνά σκληρή Δοκιμασία» και δεν καταλαβαίνουν ότι ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων γίνεται καμιά φορά τόσο οξύς που δεν έχει φρένο: ορμά με τα Τρακτέρ κι όποιονα πάρει ο Χάρος. Άλλωστε γνωρίζουμε πια όλοι εμείς ότι στρεφόμαστε και πολεμάμε Κατά Σαδδουκαίων, όπως γνωρίζουμε ότι Όταν Έρχεται ο Ξένος από τα Δυτικά της Λύπης, όταν θα φτάσει ο Νυχτερινός Επισκέπτης, θα χρησιμοποιήσει τα Μαχαίρια της Κίρκης πάνω μας. Και δε θα νιώσει ούτε μία ούτε Έξη και μία Τύψεις για τον Ουρανό, τον ελληνικό ουρανό με τον Ήλιο τον Ηλιάτορα. Θα τα μακελέψει όλα.
Χαίρε Ποτέ, καημένη πικρή Ρωμιοσύνη. Εμείς Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως, αφού ζήσαμε μόνο Ενός Λεπτού Μαζί, μιλώντας πάντοτε Εκ του Πλησίον. Τώρα κατοικούμε μακριά, στην Οδό Λαιστρυγόνων, In Perpetuum περιμένοντας Την Επιστροφή των Πουλιών. Τώρα κατοικούμε στην Οδό Λαιστρυγόνων, παίζουμε Βιολί για Μονόχειρα και τα χτυπάμε απελπισμένα τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής. Τώρα κατοικούμε στην Οδό Λαιστρυγόνων κι όποιος μας βρει, ας πάρει αυτός Τα Εύρετρα.  

Wednesday, November 09, 2011

O Petros, o Jochann ki o Franz

Τόσες μέρες διαβουλεύσεις. Τόσες μέρες διαπραγματεύσεις (παρεμπιπτόντως: διαπραγματεύσεις έχουμε μετά από πολεμικές συγκρούσεις. Αλλά και στην ελληνική πολιτική σκηνή φαίνεται ότι οι συζητήσεις καταλήγουν σε διαπραγματεύσεις). Τόσες μέρες λοιπόν γύρω από ένα τραπέζι για να βρουν τι; Ένα όνομα. Ένα απλό ελληνικό ονοματάκι. Παπαδήμος, Παπαδημούλης, Πετσάλνικος, Σκουλής και Σκουντρής, Μπαρδάκος και Μπρετάκος. Ένα απλό όνομα. Λες και πρόκειται για πρωθυπουργό! Για ένα πουκάμισο αδειανό πρόκειται. Για ένα φτηνό, λινό πουκαμισάκι. Λινό, βαμβακερό ή ποπλίνα.

Πόσο λυπάμαι που είμαι Έλλην! Πόσο μπροστά θα πήγαινε η Ελλάδα αν δεν είχε τους Έλληνες! Αυτή τη φάρα των κατσικοκλεφτών, των κουτοπόνηρων, των ληστών, των παγαπόντηδων.

Και επιτέλους! Να πω μιαν αλήθεια ακόμη. Και αυτή την αλήθεια -είναι αλήθεια- ντρέπομαι λιγάκι να την πω. Και που τη νιώθω ακόμη, ντρέπομαι. Αλλά φαίνεται πως είναι η αρχή της κατηφόρας που με έχει πιάσει βλέποντας και ακούγοντας τους Έλληνες πολιτικούς μας. Καλύτερα, λοιπόν, να έρθουν να μας διοικήσουν ΞΕΝΟΙ. Γερμανοί, Γάλλοι, Ισπανοί, Αμερικάνοι… αδιάφορο. Χίλιες φορές καλύτερα αυτοί παρά οι διάφοροι αδιάφοροι και επικίνδυνοι Σαμαραπαπαντρεοτσιπρακαρατζαφεροπαπαρήγες. Χίλιες φορές καλύτερα θα τα καταφέρουν οι Χέλμουτ, οι Φριτς, οι Ζαν-Πιέρ κι οι Χόρχες. Τουλάχιστον θα λειτουργούν οι συγκοινωνίες μας και οι επιστολές μας θα πηγαίνουν στον προορισμό τους. Αυτά τα απλά.

Κι η εθνική μας περηφάνια; Να την βράσω την εθνική μας περηφάνια. Άλλωστε αυτήν μας την κατάργησαν, μας την έλιωσαν, μας την ποδοπάτησαν οι άλλοι. Οι δικοί μας. Ας είναι. Ας έρθουν, λοιπόν, οι Σμιθ κι ο Πέτρος κι ο Γιόχαν μαζί. Αυτοί οι παρεξηγημένοι, οι βάρβαροι. Που τους μισώ.

Μπορεί να μην κάνουν καλό, αλλά –είμαι πια σίγουρος και ντρέπομαι που το γράφω δημόσια αυτό- δε θα μας κάνουν κακό.