Thursday, April 26, 2012

Πουρκουά;


Βρέθηκα σ’ ένα πολύ όμορφο χωριό κοντά στην Τουλούζ τις μέρες του Πάσχα. Ένα ήσυχο μέρος, η Φλουρένς, χωρίς καφετέριες και μπαρ, αλλά με γηροκομείο, αθλητικό κέντρο, φαρμακείο, σχολείο και μια πανέμορφη λίμνη στην άκρη του. Λίμνη που είχε δημιουργηθεί πριν από είκοσι χρόνια. Τεχνητή, αλλά πανέμορφη. Με τα ψαράκια της, τα μονοπάτια για πεζοπορία γύρω της, τη βλάστηση, το δάσος κι ένα σωρό άλλα που απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι στις πατρίδες τους. Χώρους για πικ-νικ ολοκάθαρους, παγκάκια λες και στήθηκαν την προηγούμενη μέρα. Και στη μια άκρη της λίμνης η πινακίδα: «Απαγορεύεται το κολύμπι». Ο για είκοσι χρόνια δήμαρχος της Φλουρένς, φίλος από τους λίγους, στις μέρες του είχε δημιουργηθεί η λίμνη δέχτηκε, όπως ήταν φυσικό, την ερώτηση του Έλληνα. «Πουρκουά, ρε Ζαν-Πιέρ, απαγορεύεται το κολύμπι στη λίμνη»; «Αν επιτραπεί, θα πρέπει να έχουμε ναυαγοσώστη, παρατηρητήριο και εγκαταστάσεις για τους λουόμενους. Δεν μπορείς να αφήσεις το μπάνιο ελεύθερο χωρίς ειδική προστασία και υποδομή. Αν συμβεί οτιδήποτε, ο δήμαρχος παίζει το κεφάλι του». Μάλιστα. Αυτά μου είπε ο Ζαν-Πιέρ.
Γυρίζω στην πατρίδα μου και μαθαίνω ότι λίγο έξω από την πόλη που ζω, στο Κεφαλάρι, έγινε ένα περίεργο δυστύχημα. Στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, σκαμμένη σε βράχο, σε σπηλιά, ανήμερα της γιορτής της, βγήκε μια γυναίκα με το παιδάκι της να κάτσει στο προαύλιο, σε ένα από τα παγκάκια στη ρίζα ακριβώς του βράχου. Η τύχη το έφερε και μια πέτρα ξεκόλλησε κι έπεσε από ψηλά πάνω στην άμοιρη γυναίκα τραυματίζοντάς την θανάσιμα. Σήμερα, η γυναίκα αυτή έχασε τη ζωή της. Πουρκουά; Μα γιατί κανένας δε σκέφτηκε να την προστατέψει. Να τοποθετήσει, ας πούμε, δίχτυ κατά μήκος όλου του βράχου, να τον καλύψει, ώστε να μη θρηνήσουμε ποτέ τέτοιο ατύχημα. Κανείς. Ούτε δήμαρχος ούτε παπαδαριό. Κι αν κάποιος το είχε προτείνει στο παρελθόν, είμαι σίγουρος ότι για κάποιους λόγους οι υπόλοιποι στις επιτροπές θα όρμησαν να τον φάνε. Για διάφορους λόγους. Να όμως που μια ανθρώπινη ζωή χάθηκε εξαιτίας της αμέλειας. Και μη μου πείτε πως δεν υπάρχουν υπεύθυνοι!
Αν ρωτούσα τον Ζαν-Πιέρ ξέρω καλά ποιους θα υποδείκνυε.  

Friday, March 23, 2012

Η μουσική ξημερώνει τα ήθη


Η Μουσική ξημερώνει τα ήθη. Αυτό ήταν το θέμα στο Σκέφτομαι και Γράφω που μας έβαλε ο κύριός μας στο σχολείο. Κι έχει πολύ δίκιο. Και το θέμα και ο κύριός μας. Γιατί πάντοτε η μουσική άρεσε στον άνθρωπο και τον ξημέρωνε. Ο άνθρωπος ήταν μες στο σκοτάδι με χαλασμένα φώτα και ξαφνικά ήρθε η μουσική, του τα άλλαξε και του τα άναψε. Τον έκανε ημέρα, τον έκανε ήμερo δηλαδή και καλύτερο. Όχι αγριάνθρωπο που ήταν παλιότερα, που πολεμούσε και σκότωνε τους άλλους ανθρώπους και τα άλλα ζώα χωρίς λόγο. Όπως τα λιοντάρια που άκουγαν το βιολιστή να τους παίζει ένα πολύ ωραίο τραγούδι στα βάθη της ζούγκλας κι είχαν χαζέψει απ’ την ομορφιά και δεν τον έτρωγαν αν και πεινούσαν Μέχρι που βρέθηκε εκείνο το λιοντάρι και ξαφνικά τον έκανε μια χαψιά. Όμως εκείνο το λιοντάρι ήταν κουφό και δεν πιάνεται, δεν μπορούσε να ακούσει και να μαγευτεί. Και σήμερα που γίνονται διάφοροι πόλεμοι και σκοτωμοί γίνονται γιατί υπάρχουν κουφοί άνθρωποι και δεν μπορούν να ακούσουν τους συνανθρώπους τους και τη μουσική τους. Αλλά δεν βγάζει μόνο το βιολί πολύ ωραίους ήχους, βγάζουν και άλλα όργανα. Όπως η μελόντικα που έφερε προχτές στο σχολείο ο Πέτρος ο φίλος μου και την φυσήξαμε όλοι στην αρχή με τη σειρά μέσα στην τάξη. Αλλά μετά στο διάλειμμα φυσούσαμε όποιος προλάβει πρώτος και η μελόντικα σταμάτησε να βγάζει ωραίους ήχους. Την άλλη μέρα που παίζαμε πόλεμο στο προαύλιο τη σπάσαμε στην πλάτη του Πέτρου. Ωραίο ήχο βγάζει και η ντραμς. Ο μπαμπάς μου μου είπε χαμογελώντας πως άμα πάρω 10 στην τάξη μου στο τέλος, θα μου αγοράσει μία ντραμς να παίζω, αλλά η μαμά μου του είπε πως θα τους ανησυχώ όταν παίζω με τον θόρυβο και δε θα μπορούν να κοιμηθούν. Τότε τους είπα ότι θα περιμένω πρώτα να κοιμηθούν και θα παίζω μετά για να μην τους ανησυχώ. Ο μπαμπάς μου συμφώνησε και κάτι ψιθύρισε στη μαμά μου σκασμένος στα γέλια. «Με 10 του είπα, αν βγάλει 10» και βαστούσαν κι οι δυο την κοιλιά τους από τα γέλια. Δεν κατάλαβα το αστείο, αλλά έτσι κι αλλιώς αυτοί έχουν δικά τους αστεία που δεν τα καταλαβαίνω όλα πάντα.
Μουσική όμως βγάζουν και διάφοροι άνθρωποι με πολύ ωραίους ήχους από το στόμα τους. Κι όσο φωνάζουν περισσότερο, τόσο πιο καλούς ήχους βγάζουν και τόσο πιο πολύ τους χειροκροτούν οι άλλοι που τους ακούν. Είχα δει λίγο στην τηλεόραση μια τραγουδίστρια που φώναζε πάρα πολύ μέχρι που σου τρύπαγε τα αυτιά, τόσο δυνατά, κι όλος ο κόσμος χειροκροτούσε και της έπαιρνε αυτόγραφα που την έλεγαν Μαριακάλας. Κι ένας άλλος που τον λένε Πλούταρχο και η Άντζελα και ο Τερζής αλλά και ο Νταλάρας που τρώει πολλά γιαούρτια. Λένε πως πολύ ωραίους ήχους έβγαζε κι ο Μπετόβεν παρόλο που ήταν κουφός και που κανονικά θα έπρεπε να κάνει πόλεμο και να σκοτώνει. Όμως λένε ότι ήταν πολύ καλός, μπορεί καλύτερος κι από τον Πλούταρχο ακόμη.
Όλα αυτά  τα γράφω γιατί η μαμά μου επέμενε ότι πρέπει κι εγώ ν’ αρχίσω να βγάζω ωραίους ήχους και να μάθω να παίζω ένα όργανο άλλο, εκτός από τη ντραμς. Εγώ δεν ήξερα τι άλλο να θέλω να μάθω, αλλά η μαμά μου μου είπε πως ήθελα να μάθω πιάνο που είναι σαν τη μελόντικα, όμως όχι τόσο δύσκολο όσο αυτή, γιατί το πιάνο δεν το φυσάς όπως τη μελόντικα, αλλά το πιάνεις με τα δάχτυλά σου, γι’ αυτό λέγεται και πιάνο. Μόνο που, επειδή όποιος πιάνει το πιάνο πρέπει να πληρώνει πολλά λεφτά κι άμα το αγοράσει κιόλας ακόμη περισσότερα, εγώ θα έπρεπε να τους υποσχεθώ ότι θα μάθαινα να παίζω πιάνο οπωσδήποτε, για να μην πληρώνουν τζάμπα. Εγώ δεν καταλαβαίνω τι θα πει ‘πληρώνω τζάμπα’, αλλά έτσι κι αλλιώς εγώ δεν πρόκειται να πληρώσω τίποτα κι έτσι τους το υποσχέθηκα. Μετά από μια βδομάδα φάνηκαν τρεις άνθρωποι στη σκάλα που κουβαλούσαν ένα πολύ μεγάλο μαύρο κουτί πολύ βαρύ που ήταν πιάνο. Το ανέβαζαν με δυσκολία και αργά από τις σκάλες μέχρι που πήγε κι ο μπαμπάς μου να τους βοηθήσει για να το πάνε πιο γρήγορα και να μη χάσουν τη μέρα τους στα σκαλοπάτια μας. Τότε στη στροφή της σκάλας ήταν που ο μπαμπάς μου τους βοήθησε τόσο πολύ που έσπασαν δυο μάρμαρα από τα σκαλοπάτια μας και όλο το μάρμαρο της κουπαστής. Αλλά κι ένα πεντάλ του πιάνου βρέθηκε ξαφνικά στα χέρια του μπαμπά μου που δεν ήξερε πού να το βάλει. Οι τρεις άνθρωποι τον κοίταξαν άγρια και του είπαν να το αφήσει κάτω και θα το φτιάξουν αυτοί μετά, το μάρμαρο όμως θα έπρεπε να το πληρώσει μόνος του. Και να κάτσει κάπου και να μην τους βοηθήσει άλλο. Ο μπαμπάς μου όμως τους λυπήθηκε να το σηκώνουν μόνοι τους το μεγάλο μαύρο κουτί πιάνο και τους βοήθησε να σπάσουν λίγο την καλή μας εξώπορτα, ένα τραπεζάκι στο χωλ, δυο καλά μεγάλα κρυστάλλινα βάζα της μαμάς μου και κάτι άλλα μικροπράγματα που σπάσανε αμέσως μόλις έπεσαν στα πλακάκια μας. Αυτά τα είπε ο μπαμπάς μου δεν πειράζει, αναλώσιμα. Τον τοίχο όμως που του άνοιξε μια τρύπα να! και δυο πλακάκια που έσπασαν όταν δεν πρόλαβε να πιάσει το πιάνο και του έπεσε δεν τα είπε αναλώσιμα. Έτσι ωραία εγκαταστήσαμε το πιάνο στο σπίτι μας κι οι τρεις άνθρωποι έφυγαν τρέχοντας από το σπίτι μας φωνάζοντας καλορίζικο.
Η μουσική ξημερώνει τα ήθη. Και το πιάνο τα ξημερώνει. Γιατί τη νύχτα δεν κοιμηθήκαμε, αλλά ξημερωθήκαμε δίπλα στην πόρτα που δεν έκλεινε και φοβόμαστε μην μπουν κλέφτες μέσα και μας σκοτώσουνε και μας γδύσουνε. Αλλά δεν ξέρω για ποιο λόγο ξημερώθηκαν και τα ήθη της μαμάς μου που ήταν πολύ τσαντισμένη και με το πιάνο και με τον μπαμπά μου. Μόνο με μένα ήταν εντάξει κι έλεγε συνέχεια πως είχα δίκιο, καλύτερα ντραμς, καλύτερα ντραμς.

Monday, February 13, 2012

In memoriam


Στον Γιάννη οφείλω τη μισή και παραπάνω μουσική μου ύπαρξη. Αυτός μου άνοιξε τους δρόμους της κλασικής μουσικής, με έμαθε να ακούω και να καταλαβαίνω τα έργα της μεγάλης μουσικής. Μαζί πηγαίναμε τις Δευτέρες στο Ρεξ, στις συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας. Αμέτρητες οβερτούρες και κονσέρτα και συμφωνίες. Και αμέτρητες αναλύσεις. Πώς έπαιξαν οι μουσικοί, ο Αποστολίδης, ο Ταχιάτης, ο Νίνος  και τα άλλα τέρατα. Πώς διηύθυνε την ορχήστρα μας ο Τσου Χουί κι άλλα ονόματα που έχουν καρφωθεί μέσα μου και δε λένε να σβήσουν. Κι εγώ καθόμουν δίπλα του τις ατέλειωτες ώρες της μελέτης του στο πιάνο, έμαθα να διακρίνω την πλαστικότητα και το συναισθηματισμό αυτού του οργάνου που στην αρχή μου φαινόταν ψυχρό. Και δεν με πείραζε καθόλου, ίσα-ίσα, ν’ ακούω και να ξανακούω το ίδιο κομμάτι, το ίδιο μέτρο. Τον ακολούθησα στις πιανιστικές του σπουδές, τον συνόδευα στα μαθήματά του. Ακόμη και στα ανώτερά του, όταν πια είχε πάρει το δίπλωμα. Το δίπλωμα, παρακαλώ, όχι το πτυχίο. Το δίπλωμα που το πήρε με άριστα μετά από επτά (!) χρόνια σπουδών. Κι οι συζητήσεις μας και τα παιχνίδια μας, όλα είχαν σχέση με τη μουσική. Κάτι έβρισκα εγώ, κάτι σπάνιο και του έπαιζα στο τότε πικ άπ μας μερικά μέτρα κι αυτός το μάντευε. Ακόμη κι αν δεν το είχε ακούσει, πράγμα σπάνιο, καταλάβαινε την εποχή, την τεχνοτροπία, το στιλ και έβρισκε τόσο το μουσουργό όσο και τον καλλιτέχνη. Κι εγώ από την άλλη μεριά του άνοιξα τους δρόμους της μοντέρνας μουσικής: τους Μπητλς, τους Στόουνς, τον Ντίλαν, τον Κοέν στα πρώτα του βήματα τότε κι ένα σωρό άλλους. Τον Μπάρροουζ και την μπητ γενιά, τους σουρεαλιστές της ποίησης και της ζωγραφικής. Τότε κι οι δυο μαζί φτιάχναμε την καλύτερη κινητή εγκυκλοπαίδεια της μουσικής και της τέχνης.
Με τον Γιάννη παρακολουθήσαμε στη χουντική Αθήνα την πρώτη παράσταση του Woodstock στο Παλλάς. Περιμέναμε από τις έξι το πρωί, ήμασταν μπροστά-μπροστά, μόλις ανέβηκαν τα ρολά ορμήσαμε μέσα και πιάσαμε τις καλύτερες θέσεις. Κι όταν άναψαν οι αναπτήρες μας στον Χέντριξ και στα δικά του μάτια γυάλιζαν δάκρυα. Τα ίδια δάκρυα που γυάλιζαν στα δικά μου όποτε ακούγαμε την Ποιμενική, εκεί μετά το ξέσπασμα της μπόρας, όταν πια έβγαινε ο ήλιος κι έλουζε τα πάντα, και φώτιζε και καθάριζε, κι έβγαιναν έξω στα χωράφια οι αγρότες υμνώντας τη δημιουργία, τα ίδια δάκρυα έβρεχαν και τα δικά μου μάτια. Και μετά από μερικά χρόνια με τον Γιάννη είδαμε και ξαναείδαμε πολλές φορές το Let it be, τους υπέροχους τέσσερις στα τελευταία τους. Στο Αττικόν.
Ο Γιάννης πέθανε πριν από πολλά χρόνια. Το Αττικόν χτες.

Saturday, February 11, 2012

Κατόπιν αορτής


Πριν τρεις βδομάδες ακριβώς, Κυριακή ξημερώματα, είδα ένα εκπληκτικό όνειρο. Από αυτά τα όνειρα που σε ξεκουράζουν, σου δίνουν κουράγιο, σου λένε προχώρα, δεν είναι τίποτα, ένα κακό όνειρο ήταν όλα, δεν είναι δυνατόν να πάθεις τίποτα εσύ. Ήμουν, λέει, υγιής, τα χέρια μου ήταν ολοκάθαρα, από την κοιλιά μου δεν ξεπηδούσαν σωλήνες και το στήθος μου δε διέτρεχε καμιά τομή. Ήμουν καλά και υγιής, κι όλα τ΄ άλλα ήταν απλώς γεννήματα της φαντασίας μου. Απόδειξη; Ότι δεν ήμουν φασκιωμένος σε νοσοκομείο. Τέλειο όνειρο. Μετά άνοιξα τα μάτια μου και σήκωσα ψηλά τα χέρια μου. Να δω και να βεβαιωθώ. Είδα τότε τους ορούς, είδα τις παροχετεύσεις στο κορμί μου, είδα την ουλή να κατρακυλάει από το λαιμό μου και κάτω, από βόρεια προς νότια. Αχ, το καλό ήταν όνειρο, η πραγματικότητα ήταν αυτή που φοβόμουν.
Τότε αμέσως πέρασαν από τη σκέψη μου όσα πράγματα πρόλαβα να αγαπήσω στη ζωή μου. Κυρίως τα πρόσωπα της ζωής μου. Αλλά το ίδιο γρήγορα άρχισαν να τρέχουν μπροστά στα μάτια μου όσα δεν είχα προλάβει ακόμη: τραγούδια και μουσικές και δεν είχα ακούσει, βιβλία που δεν είχα διαβάσει, πρόσωπα που δεν τους είχα εκφράσει ακριβώς αυτό που είχα μέσα μου γι’ αυτά. Αλλά και στιγμές που ήθελα να ξαναζήσω, που δεν τις είχα χορτάσει: ξημέρωμα στη θάλασσα με το Ναύπλιο απέναντί μου, μια βροχή δυνατή απ’ αυτές που ξεπλένουν τα πάντα και δεν αφήνουν κανένα λεκέ στο πέρασμά τους, ένα ποτήρι ζεστό γάλα στο τραπέζι, τα παιδιά μου μικρά να ζουζουνίζουν κάτω από το τραπέζι…
Χιλιάδες εικόνες περνούσαν μπροστά από τα τρομαγμένα μου μάτια. Παλιοί μου μαθητές που δεν κατάφερα να τους μεταδώσω τίποτα σχεδόν από την ομορφιά που μας περιβάλλει, ποιήματα που δεν κατάφερα ακόμη να αποκρυπτογραφήσω, σελίδες που είχα σημειώσει να τις ξαναδιαβάσω αργότερα, άλλες τσεκαρισμένες να τις διαβάσω της Ελένης, ιδέες για ένα διήγημα… Χιλιάδες.
Κι εκεί, με τα χέρια σηκωμένα σε μια τελετουργία άγνωστη μέσα στις εντατικές και στους θαλάμους, νεόκοπος μάγος με το κορμί του μπαλωμένο, αποφάσισα όλα αυτά να τα κάνω! Ένα ένα κι όλα μαζί. Ναι, θα τα κάνω. Έστω κι έτσι… κατόπιν αορτής! 

Tuesday, January 03, 2012

Ημερολόγιο 2012 *


Μια απέραντη γαλάζια επιφάνεια. Άλλοτε ήρεμη, άλλοτε ταραγμένη, καλχαίνουσα.
Την έχουμε συνηθίσει τη θάλασσα. Απ’ όπου και να κοιτάξουμε, θα δούμε ένα κομμάτι της. Κι αν είμαστε μακριά της και δεν την πιάνει το μάτι μας, στις μύτες των ποδιών μας την ψάχνουμε.
Όσο μετράμε στεριές άλλο τόσο μετράμε και θάλασσα. Μας βοήθησε στη ζωή μας. Οι κορυφές των θαλάσσιων βουνών, τα νησιά, γενήκανε σκαλοπάτια. Τα περπατήσαμε και φύγαμε, ταξιδέψαμε. Πρώτα εδώ κοντά και μετά μακρύτερα.
Άλλοι από μας τα κατάφεραν κι έφτασαν απέναντι, μετέφεραν την πραμάτεια τους και γύρισαν πίσω πλούσιοι. Άλλους μας πήρε για πάντα κοντά της, άνοιξε την αγκαλιά της και μας δέχτηκε, μας έκλεισε στη σιωπή της. Αλλά κι άλλοι, που πήραν τους δρόμους τ’ ουρανού κι αστόχησαν, η θάλασσα τους πήρε κι αυτούς, θαλασσωμένους. 
Βλέπω τον Αργολικό από μια κορφή. Δυο ψαρόβαρκες στην επιφάνεια και στο βυθό κοιμούνται χάλκινα μέλη. Τ’ αγκίστρια των ψαράδων μας ξυπνούν τα πέτρινα όνειρα των αγαλμάτων. Συχνά πυκνά, αναδύεται κάποιο απ’ αυτά και μας θαμπώνει: μια Αφροδίτη, ένας Ποσειδώνας, ένας αμφορέας ντυμένος κοχύλια…
Και στα σπίτια μας; Ανοίγουμε το παράθυρο και με όρτσα τις κουρτίνες μπαίνει ο μπάτης. Δεν υπάρχει άλλο δρομολόγιο από τους δρόμους της θάλασσας. Κι οι άνθρωποί της το ξέρουν καλά: όταν ακούν τις Σειρήνες, ανθίζουν στο πέλαγος θαλάσσια ξύλα.
Πολύ θα ’θελα να ήμουν της θάλασσας. Ένας αστερίας. Ένα κοχύλι ή ένα καράβι. Ένα βότσαλο γλυμμένο. Ακόμη κι ένα ναυάγιο. Σαν αυτά τα τρία αρχαία πλοία στο βυθό της θάλασσας του Τολού που περιμένουν τον αρχαιολόγο. Ή τον ψαρά τους.


* Το κείμενο γράφτηκε για το Ημερολόγιο τοίχου του Νέου Σχολείου. Το θέμα του ήταν η θάλασσα.

Monday, December 26, 2011

Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Θα μπορούσε να ήταν μια συγκινητική χριστουγεννιάτικη ιστορία. Εκείνη καθισμένη στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας. Τα σκαλιά του πεζοδρομίου, να εξηγούμαστε, γιατί η πολυκατοικία είχε κλειστή την είσοδό της κι ένα χαρτί κολλημένο στη τζαμαρία που της το έδειχναν οι ένοικοι και κάτι της έλεγαν. Φυσικά δεν καταλάβαινε. Ούτε αυτά που της έλεγαν ούτε αυτά που έγραφε το χαρτί. Εκείνη στην αρχή ήθελε μόνο να ξαποστάσει.  Λίγο αργότερα, όμως, καθώς καθόταν στο σκαλοπάτι, πέρασαν απ’ το μυαλό της κάποια παλιά Χριστούγεννα, τότε που είχαν ανεβάσει στη σχολική τους γιορτή το Κοριτσάκι με τα σπίρτα του Άντερσεν. Αυτή, φυσικά, είχε παίξει το κοριτσάκι. Και το είχε παίξει τόσο ρεαλιστικά η αφιλότιμη που οι δασκάλοι της είχαν δακρύσει, χώρια οι συμμαθητές κι οι συμμαθήτριές της που τα αναφιλητά τους έφταναν στ’ αυτιά της. Τόσο ρεαλιστικά.
Τώρα τα χέρια της είναι άδεια, δεν έχει σπίρτα. Ούτε χιονίζει ούτε σκοτάδι είναι ακόμη να δει το αστέρι εκείνο να πέφτει. Θυμάται: για κάθε αστέρι που πέφτει μια ψυχή ανεβαίνει. Και τα μάτια της είναι άδεια και δεν έχει να παρακαλέσει για κάτι. Στο πανεπιστήμιο και στα διαβάσματά της είχε μάθει πως για τα δικαιώματα δεν παρακαλάς, αγωνίζεσαι. Διεκδικείς και σκοτώνεις. Τώρα όμως είναι τόσο κουρασμένη. Ούτε τη γλώσσα ξέρει ούτε τους ανθρώπους.

Saturday, December 17, 2011

Εις την Οδόν των Φιλελλήνων ΙΙ


 Αλήθεια, μπορούμε σήμερα να υπολογίσουμε πόσοι είναι αυτοί που αγαπούν την πατρίδα τους, αυτοί που, σε ορισμένες δύσκολες ώρες, θα θυσιάζονταν για χάρη της, ή, έστω, αυτοί που, όπως ο Κρέων, δε θα ’πιαναν ποτέ φιλίες με εχθρό της; Έχουμε μάθει στο σχολείο αρκετά για το παρελθόν, όχι πάντα τα πιο σπουδαία ούτε πάντοτε τ’ αληθινά. Όμως, όλα όσα γράφονται στα σχολικά βιβλία, άρα όσα αποτελούν και την επίσημη άποψη της πολιτείας για την ιστορία μας, μιλούν για δίκαιους αγώνες της φυλής, ακόμη κι αν αυτοί οι αγώνες ήταν εκστρατείες επεκτατικές ή εμφύλιες συρράξεις. Μιλούν για θυσίες στους βωμούς της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας κι αποσιωπούν τις θυσίες στους βωμούς του κέρδους και του συμφέροντος. «Η ιστορία μας είναι γεμάτη αγώνες και θυσίες» ή «Οι Έλληνες αθρόοι έσπευσαν στο προσκλητήριο της πατρίδος» ηχούν στα αυτιά μου από την παιδική μου ηλικία, από τη μαθητική  μου θητεία αλλά και από την άλλη θητεία, την πολύ πιο δύσκολη κι απαιτητική, τη στρατιωτική. Όλ’ αυτά διαχώριζαν αμέσως και σαφώς τον Έλληνα από το δυστυχή Βάρβαρο. Και μ’ αυτή την ανωτερότητα βαυκαλιζόμασταν χρόνια ολόκληρα, αιώνες συναπτούς.
Η κατάληξη; Η απάντηση στα αρχικά ερωτήματα μπορεί να μας βγάλει απ’ τις εθνικές μας ψευδαισθήσεις. Αν, διασκευάζοντας λίγο τον Διονύσιο τον Ιερομόναχο του εθνικού μας ποιητή, που προσπαθούσε με τα δάχτυλα αγκυλωμένα στο φιλιατρό του πηγαδιού να μετρήσει τους δίκαιους αυτού του κόσμου και του περίσσευαν τα δάχτυλα, προσπαθούσαμε κι εμείς, εδώ και τώρα, να μετρήσουμε αυτούς που αγαπούν τον τόπο μας, δε θα μας χρειάζονταν πολλά χέρια, ούτε καν πολλά δάχτυλα. Απ’ την άλλη μεριά, αν σκεφτούμε πόσοι Έλληνες μισούν την Ελλάδα θα μας ήταν αναγκαίες στρατιές ολόκληρες χεριών: τα δάση μας καίγονται τα καλοκαίρια από δικά μας χέρια, η οικονομία μας κάηκε από δικά μας χέρια, η χώρα μας παραπαίει πολιτικά, διπλωματικά, πολιτιστικά κι οι δικοί μας ‘αγώνες’ είναι η αιτία, χρήματα ελληνικά κοσμούν τις ελβετικές τράπεζες κι εμείς είμαστε οι καταθέτες, το περιβάλλον στις πόλεις και στην ύπαιθρο μαράθηκε ανεπανόρθωτα κι οι ένοχοι είμαστε εμείς. Ο καθένας απ’ το μετερίζι του, αφού ταμπουρωθεί καλά, πυροβολεί οτιδήποτε είναι ευχερές προς σκόπευση. Και μετά, μετά τις μάχες τις κερδοφόρες για το άτομο, αλλά, φευ, χαμένες για το σύνολο, στις πλατείες διαλαλεί ο καθείς την πραμάτειά του, λέει σπουδαία λόγια, ρητορεύει ασύστολα κι ανενδοίαστα. Εν γνώσει του, βεβαίως, ότι το «είς οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης» (που, σημειωτέον, ο Όμηρος δεν το χαρίζει σε κάποιον Έλληνα, αλλά σ’ έναν Τρώα, τον Έκτορα, σ’ έναν βάρβαρο δηλ. νικηθέντα και διαπομπευθέντα από Έλληνα) έχει μετατραπεί σε «αμύνεσθαι και αγωνίζεσθαι για την πάρτη σας». Κι ασφαλώς και με εχθρούς της χώρας του θα κάνει παρέα και με το διάβολο τον ίδιο θα συμμαχήσει αρκεί να ’χει διάφορο, κωφεύοντας στα λόγια πάλι του Κρέοντα, δηλαδή του Σοφοκλή, δηλαδή του Περικλή: «ήδε (η πατρίδα) εστίν η σώζουσα και ταύτης έπι πλέοντες ορθής τους φίλους ποιούμεθα».
Λοιπόν, επιμένω: πόσοι είναι; Πόσοι είναι αυτοί που, θυσιάζοντας την ατομική τους ευπραγία, το προσωπικό τους συμφέρον, θα υπηρετήσουν “με αρετήν και τόλμην” το κοινό καλό; Ή μήπως σήμερα ισχύουν, περισσότερο κι από την εποχή που ειπώθηκαν, τα λόγια του Λα Ροσφουκώ: “οι αρετές χάνονται μέσ’ στο συμφέρον, όπως οι ποταμοί χάνονται μέσα στη θάλασσα”; Αλλ’ όμως, εδώ καταφέραμε τα ακατόρθωτα. Εδώ τελειώσαμε την ίδια τη θάλασσα, την ανεξάντλητη για το Σεφέρη, εδώ στερέψαμε τους ποταμούς και στομώσαμε τις αρετές, την Ψωροκώσταινα θα κοιτάξουμε; Εδώ λατρεύουμε απ’ όλους τους θεούς αποκλειστικά τον Κερδώο Ερμή και του καίμε λιβάνι, ενώ περιμένουμε από άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, για το γείτονα θα πολεμήσουμε και για την πόλη μας θα σκοτωθούμε; Οι σημαίες του συμφέροντος ανεμίζουν προκλητικά, πράσινες, κόκκινες ή γαλάζιες, αδιάφορο.
Σ’ αυτό το σημείο, έτσι για να διασκεδάσουμε λίγο τα σφάλματα τα σημερινά και τη γενική κατήφεια που τα συνοδεύει, αλλά και για να δικαιολογήσουμε και τη νοοτροπία μας, θα σας διηγηθώ μια άκρως διδακτική ιστορία. Όταν το 1826 εμείς οι Έλληνες ξεπουλούσαμε την πατρίδα μας, την εθνική και πολιτική μας ανεξαρτησία στους Άγγλους, ένας μόνο κοντούλης, κιτρινιάρης κι αχαμνός βρέθηκε να τους βάλει μπροστά. Και μιλώντας σα να ’χε ζήσει όλη του τη ζωή στη σκλαβωμένη του πατρίδα, σα να ’χε υποφέρει αυτός πιότερο από τους άλλους είπε ξεκάθαρα μέσα σε άλλα και τα εξής: «Ο λαός, κύριοι, του οποίου παρρησιάζετε το πρόσωπον, δεν σας έδωκε την πληρεξουσιότητα να καταργήσετε την εθνικήν και πολιτικήν ανεξαρτησίαν του, αλλά να την στερεώσετε, να την διαιωνίσετε. Η ιστορία θέλει κρίνει μίαν ημέραν αδεκάστως την πράξιν σας...Σας θορηβεί η έλλειψις των χρηματικών πόρων; Καταφύγετε εις την γενναιοφροσύνην των πολιτών. Έλλην ποτέ δεν εκώφευσεν εις την φωνήν της πατρίδος... Έλλην όμως, και φίλος άδολος της ελευθερίας του έθνους μου, δεν θέλω λείψει να συναγωνισθώ μετά των λοιπών συναδέλφων μου, και να χύσω και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, εν όσω διαρκεί ο υπέρ ανεξαρτησίας πόλεμος...» Ξέρετε, όμως, πώς τον αντάμειψε τον πατριώτη αυτόν η Εθνική Συνέλευσις, δηλαδή εμείς οι ίδιοι; Ας ακούσουμε την απόφασή μας με τη φωνή του ιστορικού Σπυρίδωνα Τρικούπη: «Αγανακτήσασα η συνέλευσις επί τη διαμαρτυρήσει ενός πολίτου κατά της ομοφώνου αποφάσεως όλου του έθνους εστέρησε διά ψηφίσματός της τον διαμαρτυρηθέντα παντός πολιτικού δικαιώματος  και τον απέκλεισε πάσης στρατιωτικής υπηρεσίας». Κι ασφαλώς δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος, για να θυμηθούμε και το Μανόλη Αναγνωστάκη.
Και τελειώνοντας, επανέρχομαι στο αρχικό ερώτημα: λοιπόν, πόσοι είναι; Θ’ απαντήσει κανείς;