Monday, May 11, 2009
Για τη Σ.Σ.
Tuesday, May 05, 2009
Δεν
Στο χωριό υπάρχουν δύο εκκλησίες. Τώρα άρχισαν να χτίζουν και μια τρίτη, καινούργια εκκλησία. Μεγάλη. Ρίξανε τα μπετά. Το οικοδόμημα προβλέπεται να γίνει τεράστιο και λαμπρό.
Στο χωριό πάρχει και σχολείο. Δημοτικό. Τετραθέσιο. Το σχολείο μετά από πολλές ενέργειες ετών κατάφερε να πάρει και μια λυόμενη αίθουσα, για να τρώνε εκεί τα παιδιά και όχι να γεμίζουν ψίχουλα τα θρανία τους. Το σχολείο, βλέπετε, είναι ολοήμερο και τα παιδιά γευματίζουν εκεί.
Η εκκλησία διενεργεί εράνους. Πρώτα έκανε έρανο για τις αγιογραφίες στην κεντρική εκκλησία, τώρα για το χτίσιμο της καινούργιας. Κάνει εράνους και για το ραδιοφωνικό της σταθμό στην πρωτεύουσα. Η αγιογράφηση της παλιάς εκκλησίας κρατάει χρόνια και θα κρατήσει πολλά ακόμα. Πρέπει, λένε, να αγιογραφηθεί όλη, να μη μείνει εκατοστό χωρίς χρώμα. Αλλά, να μη γελιόμαστε: και η παλιά εκκλησία, καινούργια είναι.
Δεν μπορώ να φανταστώ πόσα χρήματα θα έχουν φύγει μέχρι τώρα ούτε πόσα θα φύγουν ακόμα για την καινούργια.
Το δημοτικό, ολοήμερο, μόλις και κατάφερε να πάρει ένα λυόμενο για τραπεζαρία. Το είπαμε. Προσπαθεί να αγοράσει και λίγα μέτρα από διπλανό οικόπεδο. Ο ιδιοκτήτης το πουλάει, αλλά λεφτά δεν υπάρχουν ούτε στον ευρύτερο δήμο ούτε αλλού. Έτσι, λίγο να μεγάλωνε και το προαύλιο. Αλλά δεν...
Σκέφτομαι τον Κοραή. Τον Διαμαντή. Και τον Παπατρέχα του. Αλλά δεν.
Tuesday, April 21, 2009
Επετειακό 2
Έτσι κι εγώ δεν έχω τίποτα να πω, τίποτα να προσθέσω. Πλην... πλην... α, ναι! Κάτι. Κάτι στη μνήμη. Αμυδρό. Η δικατορία μού στέρησε τον πρώτο μου πραγματικό έρωτα. Είχαμε δώσει ραντεβού, το 1973 πια, έξω από το Πολυτεχνείο. Νοέμβρης ήταν. Δεκάξι του Νοέμβρη. Πήχτρα ο κόσμος και πού να την βρω. Την έψαχνα όλη νύχτα.
Την βρήκα πολύ αργότερα, το Νοέμβρη του '74, στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου. Στην πορεία. Την είδα κάτω από ένα πανό. Σφιγμένες γροθιές. Ήταν με άλλον.
Friday, November 07, 2008
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι…

ομότεχνός του; Κι αυτές οι φράσεις του Εμπειρίκου, όταν θέλει να δώσει κουράγιο στον Εγγονόπουλο να συνεχίσει το έργο του χωρίς να δίνει σημασία σε όσους τον κυνηγούν, στους ανωφελείς κώνωπας, πάνε περίπατο. Δεν πρόκειται να τις διαβάσει μπροστά στους ιερείς. Τέτοιες λέξεις!
καμιά υποχρέωση, χωρίς να θέλουν να πουλήσουν εκδούλευση. Και μετά το πέρας της ομιλίας ανταλλάσσουν μια θερμή –και όχι τυπική- χειραψία, λένε μια ζεστή κουβέντα. Ή φεύγουν στα γρήγορα χωρίς χαιρετούρες, κοιτάζοντας το ρολόι τους.Είναι αλήθεια ότι τις πρώτες φορές ένιωσα άσκημα. Μα κανείς λοιπόν δε με προτιμά, κανέναν επίσημο δεν ενδιαφέρω, ουδείς νοιάζεται για τη λογοτεχνία, για το θέατρο; Δεν ένιωθα καλά και όλο το βράδυ στην ταβέρνα ήμουν θλιμμένος και απογοητευμένος. Δεν προσέδωσαν κύρος στη διάλεξη. Αν και είχαν προσκληθεί, έλαμψαν με την απουσία τους. Για ποιο λόγο; Τι έχουν μαζί μου; Μα ούτε ο υπολιμενάρχης; Μάλιστα η πρώτη σειρά θέσεων παρέμεινε εντελώς κενή μέχρι το τέλος της ομιλίας. Οι επίσημοι παρακολούθησαν την ομιλία μου αόρατοι εντελώς. Και κανένας από τους κοινούς θνητούς δεν ξεπέρασε τη συστολή του και δεν ήρθε να καθίσει μπροστά. Αργότερα βέβαια, κατάλαβα την εξαιρετική μου τύχη και από ποια δυσχερέστατη θέση με γλίτωσε η απουσία των επωνύμων.
Ευλογημένοι ομιλητές αυτοί. Που μιλούν σε κοινό που θέλει πραγματικά να τους ακούσει. Και που αυτό το κοινό είναι ουσιαστικά ο μόνος και πιο σπουδαίος επίσημος.
Monday, October 27, 2008
Επετειακό
Όταν ήμανε μικρός, δεκατριών δεκατεσσάρων χρόνων, ήμανε και κοντός. Θα έλεγα αρκετά κοντός. Έβλεπα τους άλλους, τους ψηλούς, να σκύβουν για να με κοιτάξουν, να μου χαϊδεύουν το κεφάλι με συμπάθεια, έβλεπα και τους κανονικούς να κοιτούν πέρα μακριά με άνεση και ζήλευα καθώς τεντωνόμουν στις μύτες των ποδιών μου. Πάντως δεν ήμανε και πολύ πολύ κοντός. Υπήρχαν στην τάξη μου και πιο κοντοί από μένα. Από αυτούς έπαιρνα κουράγιο.
Το πρόβλημά μου όμως παρουσιαζόταν ανυπέρβλητο κάθε 28η Οκτωβρίου και 25η Μαρτίου. Τότε, στις εθνικές γιορτές, που όλοι ετοιμαζόμασταν για τις παρελάσεις, που όλοι ήμασταν χαρούμενοι λόγω των αργιών, εγώ τα έβαφα μαύρα κι έτρεμα από φόβο. Φοβόμανε μην τύχει και με βάλουν να παρελάσω στην τελευταία σειρά. Ντρεπόμανε και δεν το’ θελα. Συνήθως, όμως, έμπαινα προτελευταίος ή τρίτος από το τέλος της γραμμής. Τότε έβλεπα τα βουνά να κινούνται μπροστά μου και με έπιανε το παράπονο. Ευτυχώς όμως, πριν αρχίσουν τα μάτια μου να θολώνουν, γύριζα κι έριχνα μια ματιά πίσω μου. Ένιωθα τότε τα κοντά ποδαράκια των άλλων να μ’ ακολουθούν κι ηρεμούσε η καρδιά μου.
Τώρα, πώς ήρθε μια 28η Οκτωβρίου κι ο γυμναστής με έβαλε στην τελευταία σειρά, δεν ξέρω. Έπεσε τηλέφωνο από κανένα γονιό που δεν ήθελε να βλέπει το παιδί του στην τελευταία σειρά, κάποιος γνωστός γνωστού του γυμναστή μπήκε μέσον, κάποιος πολύ κοντός απηύδησε και ζήτησε καλύτερη μεταχείριση, δεν μπορούσα ακόμη τότε να ξεκαθαρίσω. Το γεγονός πάντως ήταν ότι ο γυμναστής με έβαλε τελευταίο και μάλιστα δικαιολόγησε και την πράξη του: Μ’ αυτό τον τρόπο –είπε- η διμοιρία μας θα κάνει μια ωραία καμπύλη. Θα ξεκινάει ψηλά, θα χαμηλώνει, θα χαμηλώνει και στο τέλος θα παίρνει λίγο ύψος πάλι. Αυτό το τέλος και το λίγο ύψος ήμανε εγώ. Το είπε ασφαλώς για να με καλοπιάσει και να μη φέρω αντιρρήσεις.
Εμένα τότε δε μου άρεσαν ακόμη οι καμπύλες και παρεξηγήθηκα σφόδρα. Ήμανε κοντός και δε γύρευα να μπω μπροστά από κάποιον ψηλότερο. Το μόνο που ζητούσε η παιδική μου δικαιοσύνη ήταν να παρελάσω στο ύψος μου. Τρίτος από το τέλος; Τρίτος από το τέλος. Όχι όμως και τελευταίος χωρίς να το αξίζω. Όχι και στην τελευταία τετράδα. Μαύρη τετράδα, δηλαδή, δυάδα ήταν πάντα η τελευταία. Ένας στα αριστερά, δυο κενά στη μέση, κι ένας στα δεξιά. Έτσι, για να μαζεύουμε τα μπόσικα.
Αυτό πήγαινε πολύ. Στις πρόβες κρατούσα μούτρα στον καθηγητή μπας και καταλάβει. Τίποτα. Έκανα ανάποδα βήματα, ένα στο δεξί, δύο στ’ αριστερό. Πάλι τίποτα. Κούναγα δεξί χέρι δεξί πόδι ταυτόχρονα με μεγάλη προσπάθεια. Τίποτα. Λες και δεν υπήρχα, με αγνοούσε παντελώς. Στο τέλος είδα και απόειδα, πήγα και του μίλησα. Του τα ’πα ορθά κοφτά κι έξω απ’ τα δόντια. «Κοίταξε, δάσκαλε, εγώ τελευταίος δεν παρελαύνω. Βάλε με τρίτον απ’ το τέλος, βάλε με προτελευταίο, αλλά τελευταίος δεν κατεβαίνω. Βάλε με δίκαια εκεί που πάει το μπόι μου. Ούτε πιο μπροστά αλλά ούτε και πιο πίσω. Και σ’ ολόκληρη τετράδα, όχι σ’ αυτή την ουρά. Να το ξέρεις: με τέτοιες συνθήκες στην παρέλαση δεν κατεβαίνω». Το σκέφτηκε και το ξανασκέφτηκε ο γυμναστής, σφίχτηκε, κοκκίνισε –φάνηκε τότε ότι είχε πιεστεί να κάνει την κουτσουκέλα- και μ’ έφερε στη θέση μου, εκεί όπου μου άξιζε: τρίτον από το τέλος. Χάρηκα. Είχα δώσει τη μάχη κι είχα βγει νικητής.
Ανήμερα της γιορτής, ντυμένος στολισμένος, με το γραβατάκι να μου σφίγγει το λαιμό, κατέβηκα στον προκαθορισμένο χώρο της συγκέντρωσης. Έδωσα την παρουσία μου στον επιμελητή, πήρα τη θέση μου, αλλά όταν συνειδητοποίησα την πραγματικότητα ήταν πια αργά για κάθε αντίδραση. Οι έξι πίσω μου –η μια τετράδα και οι δυο ουρές- απουσίαζαν. Την είχαν κοπανήσει.
Sunday, May 04, 2008
Lost
Γελώ συνήθως
από μέσα μου
όσες φορές
φίλοι διάφοροι
που διαβάζουν
αυτές τις δυο σελίδες μου
την πρώτη με
τα κείμενά μου τα πεζά
και την άλλην
την πιο κρυφή
μ’ αυτά τα δόλια
τα –που λέω εγώ- ποιήματα
δηλώνουν περισπούδαστα
πως απ’ τις δύο
προτιμούν αυτήν
με τα πεζά
γιατί –πώς να το κάνουμε,
αυτή είναι
η εποχή μας-
ό,τι έχουν για να πουν
το λένε απερίφραστα
χωρίς να κρύβονται
πίσω από βαριές
κουρτίνες μεταφορικές
και άλλα κρούσματα του λόγου.
Πάρε παράδειγμα, μου λεν,
τα όμοια θέματά σου
για τον Παπαδιαμάντη
πόσο κομψά
στέκεται το πεζό σου
και πόσο λες ότι κάτι λείπει
από το άλλο, το ποίημα.
Γελώ υπογείως.
Γιατί γνωρίζω
πως υπάρχουνε οι κάμποι
κι οι πεδιάδες
με τους αγρότες τους
να σπέρνουν στάρια
και κριθάρια
παλιότερα και βρώμη
για τα ζωντανά
με τα ποτάμια τους
τα δάση –λιγοστά-
τα λιόδεντρα τις άλλες καλλιέργειες
όπως υπάρχουν
και τα βουνά με τις πλαγιές
και τις χαράδρες τους
-αυτά για τους ποιμένες.
Και ζουν εκεί και τα πονούν
φυτοζωούν
σπρώχνουνε τέλος πάντων
με κάποιο τρόπο κάθε φορά
τη ρόδα να γυρίσει.
Άλλος θα βρει νερό
άλλου θα του στερέψει το πηγάδι
σ’ άλλον κάποια αρνιά
θα φάει ο λύκος
άλλον θα τον ρημάξουν
οι ακρίδες.
Μερικοί κέρδισαν το λαχείο
με των συναισθημάτων
τις τελευταίες ανατιμήσεις
κι άνοιξαν ξενυχτάδικο
στην επαρχιακή οδό
να σιγοντάρουν τους καημούς
της νέας ρωμιοσύνης.
Αλλά ποιος απ’ αυτούς
τους –λέω εγώ- αγροτοποιμένες
αλύχτησε ποτέ
περισσότερο
ή ένιωσε πιο έρημος
και πιο απελπισμένος
πιο σύντροφος στο θάνατο
από το ναυαγό σε ένα
ξερονήσι;
Μένα μ’ αρέσουν τα ποιήματα
γιατί είναι ξερονήσια
ή διότι
μ’ αυτά ξεκίνησα να ζω
κι εδώ ξαναγυρίζω τώρα.
Monday, February 18, 2008
Βιασύνες
συνηθιζόταν τότε. Απ’ αυτά δε θυμάμαι τίποτα. Κάποιες λίγες εικόνες έχω και από τον οδοντωτό. Αυτό που μου καρφώθηκε όμως στο μυαλό ανεξίτηλα είναι ότι από τα Καλάβρυτα αγοράσαμε όλοι από μια μαγκούρα. Οι μεγάλοι μεγάλη, σαν αυτές που κρατούν οι τσελιγκάδες, εγώ ο μικρός μικρή, σαν αυτές που κρατούν οι γέροντες. Σπάραζα στο κλάμα. Ήθελα κι εγώ μεγάλη. «Δε θέλω μικρή, τι να την κάνω τη μικρή. Είμαι μεγάλος πια, μεγάλη θέλω». Τους έβγαλα την πίστη. Τελικά στην εν λόγω φωτογραφία εγώ κρατώ μεγάλη μαγκούρα –διπλάσια από το μπόι μου- κι η γιαγιά Διαμάντω τη δική μου, τη μικρή.Έκτοτε πέρασα πολλές φορές από τα Καλάβρυτα. Πριν δεκαπέντε μέρες, το προηγούμενο Σαββατοκύριακο ξαναπήγα παρόλο που με είχε πιάσει η γνωστή-πια-για-να-μου-θυμίζει-την-ηλικία-μου αρθρίτιδα. Στον κεντρικό δρόμο της όμορφης πόλης έψαχνα να βρω μια μαγκούρα για ενθύμιο, αλλά και για να με βοηθήσει λίγο «εις τας οδούς τας μακροτέρας των αναγκαίων». Τα περισσότερα μαγαζιά είχαν μεγάλες, 25 ευρώ τη μία. «Τι να την κάνω την μεγάλη;» τους έλεγα. «Μικρή χρειάζομαι, κανονική». «Ε, αφού μας έχουν τελειώσει οι μικρές, πάρε τη μεγάλη και την κόβεις εκεί ακριβώς που θέλεις», ερχόταν η απάντηση. Παραλίγο να βάλω τα κλάματα. Τελικά βρήκα την τελευταία μικρή με 6 ευρώ στο τελευταίο μαγαζί του δρόμου και την αγόρασα.
Το βράδυ στο ξενοδοχείο βλέποντάς την να ξεκουράζεται ακουμπισμένη στην πόρτα της ντουλάπας θυμήθηκα τη φωτογραφία από τα πρώτα μου Καλάβρυτα σχεδόν μισόν αιώνα πριν. Γιατί βιαζόμουν τόσο να μεγαλώσω;