
Οι αποστάσεις δεν μετρώνται πάντα με χιλιόμετρα. Τα χιλιόμετρα και όλα τα άλλα μέτρα που έχει επινοήσει ο άνθρωπος για να μπορεί να συνεννοείται και να βρίσκεται μέσα στο χώρο με τους συνανθρώπους του, δεν μπορούν να αποδώσουν με ακρίβεια τις εσωτερικές αποστάσεις, αυτές που θα λέγαμε αποστάσεις της καρδιάς.
Αλλά και οι εξωτερικές αποστάσεις, οι αντικειμενικές αποστάσεις στο χώρο, που μετρώνται με τα γνωστά μέτρα, παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις σε διαφορετικούς ανθρώπους. Η απόσταση Αθήνα-Βρυξέλλες π.χ. είναι για έναν ευρωβουλευτή μας πολύ μικρότερη από ό,τι είναι η ίδια χιλιομετρική απόσταση για μένα.
Και για να ξεφύγουμε και λίγο από τα χιλιόμετρα και να πάμε στις αποστάσεις τις εσωτερικές, η δική μου από τον Λευτέρη Πανταζή ή τον Τερζή είναι χιλιάδες έτη φωτός μεγαλύτερη από την απόστασή μου από τον Δάντη. Τον Αλιγκιέρι Δάντη, για να συνεννοούμαστε, τον πατέρα της ιταλικής ποίησης, που διαμόρφωσε την ιταλική γλώσσα τον 13ο αιώνα. Ή -για να γίνω πιο κατανοητός- νιώθω πιο δικό μου, άρα είμαι πολύ πιο κοντά, στον πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια Ευριπίδη παρά στο σημερινό Καρβέλα. Αυτές ονομάζω αποστάσεις της καρδιάς, που μπλέκονται στο χώρο και στο χρόνο, και με δικά τους μέτρα δημιουργούν την προσωπικότητα και τις αλήθειες του καθενός μας.
Ας έρθουμε όμως στο θέμα μας. Πριν καιρό έγινε μια μεγάλη ληστεία, η οποία -δυστυχώς- πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων. Όσο για τις τηλεοπτικές ειδήσεις δε νομίζω ότι μπορούσαν να ενδιαφερθούν γ’

αυτήν, λόγω και του φόρτου των άλλων γεγονότων. Παρόλ’ αυτά, τη ληστεία που χαρακτήρισα μεγάλη, λίγοι στην Ελλάδα την ένιωσαν ως τέτοια. Άγνωστοι, που λέτε, μπήκαν στο σπίτι-μουσείο του Αλέξαντρου Παπαδιαμάντη στη Σκίαθο, και αφού γλεντοκόπησαν όλη νύχτα, αφού ήπιαν τις βότκες τους και έκαναν ό,τι άλλο έκαναν, φεύγοντας τα ξημερώματα πήραν και κάποια κειμήλια. Αν πω τι πήραν, μερικοί είναι σίγουρο ότι θα βάλουν τα γέλια. Οι αποστάσεις της καρδιάς, που λέγαμε. Πήραν λοιπόν ένα κομπολόι του κυρ-Αλέξαντρου, μια καπνοσακούλα, μια σφραγίδα, κάτι πιατικά. Αυτά. Ε, θα μου πείτε, και πού είναι η μεγάλη ληστεία;
Για όποιον δεν ξέρει τον Παπαδιαμάντη, αλλά και για όποιον ακόμη έχει περάσει ξώφαλτσα δίπλα του -α, ο Παπαδιαμάντης, είχαμε διαβάσει ένα κείμενό του στο σχολείο, δεν το καταλάβαμε και πολύ-, για όποιον δηλ. δεν ξέρει τη σεβάσμια και μοναχική μορφή των νεοελληνικών γραμμάτων μας, είναι φυσικό η ληστεία αυτή να μην του λέει τίποτα. Για όποιον ακόμη δε γνωρίζει με πόσα λίγα πράγματα έζησε τη ζωή του ο κυρ-Αλέξαντρος, πόσο λίγα και φτωχά τον συντρόφεψαν καθ’ όλη τη διάρκεια της πλούσιας δημιουργίας του, πόσες δυσκολίες έπρεπε να ξεπεράσει και πώς έπρεπε να μετρά -αυτός, ένας γίγαντας πνευματικός- τα πάντα στη ζωή του, σίγουρα η ληστεία δε λέει τίποτα. Ακόμη και για τους νέους μας, που δεν πρόλαβαν να τον διαβάσουν, γιατί και η γλώσσα τούς έβαζε εμπόδια, αλλά -κυρίως- γιατί διάβαζαν τα μαθηματικά τους ή για δυο χρόνια προσπαθούσαν να μάθουν απέξω τις 130 σε

λίδες του βιβλίου τής ιστορίας, για να πετύχουν σε κάποιο Πανεπιστήμιο, πάλι ο Παπαδιαμάντης δεν μπορεί να τους είναι γνώριμος. Γι’ αυτούς επίσης που δεν είχαν παρακολουθήσει στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή τη σοφά διασκευασμένη “Φόνισσα”, αλλά προτίμησαν, αντ’ αυτής, να δουν μια κωμωδία με το Βουτσά, τον Τσιβιλίκα ή τον Ψάλτη, ασφαλώς η ευγενική μορφή του γλυκύτατου γέροντα τους είναι ξένη, όπως αμελητέα τούς είναι και η ληστεία των μικροπραγμάτων του.
Είναι ανάγκη, αν θέλουμε να νιώσουμε την Ελλάδα, αν θέλουμε να νιώσουμε Έλληνες περήφανοι αυτή τη δύσκολη για μας και για την περηφάνια μας εποχή, να χαράξουμε μια εσωτερική γεωγραφία, μια γεωγραφία της καρδιάς, όπου η Σκίαθος με πρωτεύουσα τον Παπαδιαμάντη θα είναι δίπλα μας, όπως δίπλα μας θα είναι η Κρήτη των Καζαντζάκη-Βενιζέλου, η Λέσβος της Σαπφούς και του Θεόφιλου, η Άνδρος του Καΐρη, η Ζάκυνθος του Σολωμού και του Κάλβου, η Κέρκυρα του Καποδίστρια, η Πάτμος του Ιωάννη, η Χίος του Κοραή, για να αναφερθώ μόνο στα νησιά μας. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να νιώσουμε την πατρίδα μας ξεπερνώντας τους άμοιρους πολιτικούς μας που δεν μπορούν αυτήν την υπέροχη πατρίδα να την κρατήσουν σαν φλόγα αναμμένη στην καρδιά μας και με τις ενέργειές τους λες και προσπαθούν από χίλιες μεριές αυτή τη φλόγα να τηνε σβήσουν.
Γι’ αυτό το λόγο ήταν για μένα η ληστεία στο σπίτι του κυρ-Αλέξαντρου μια μεγάλη ληστεία. Γιατί πήρε από μέσα μου κάτι λίγα που είχε για να ζει ο Σκιαθίτης μου.
Και τώρα πρέπει να του αγοράσω άλλο κομπολόι κι άλλη καπνοσακούλα. Δεν πειράζει όμως:
Λες κι είχαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.