Friday, July 21, 2006

Απραξία

Με τέτοια θέα –θεά τηνε λέω εγώ- θα μπορούσε κανείς να συγκεντρωθεί στο κουτί μπροστά του και να γράψει; Με αποσβολώνει και με αποδυναμώνει. Κι απ’ την άλλη μεριά, με δυναμώνει. Πιστεύω πως ο φίλος dodos κάτι μπορεί να κάνει εδώ για να με σώσει από τη θεά.

Αν γυρίσω το κεφάλι μου από την άλλη μεριά, βλέπω μισοτελειωμένη βεράντα, σακιά από τσιμέντο και τέτοια. Η ανακαίνιση ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί. Μήπως μπορεί σ’ αυτή την περίπτωση να με σώσει η φίλη paroussa-paroussa;

Κάθε βοήθεια ευπρόσδεκτη!!!

Βρίσκομαι στη Βόρεια Εύβοια κι αδύνατον σχεδόν να βρω χρόνο για ανεβάσματα κειμένων και για γράψιμο. Ελπίζω πως αργά ή γρήγορα θα συνηθίσω τη μαγεία και θα συνεχίσω.

Σας χαιρετώ όλους και εύχομαι καλές διακοπές. Στη scalidi, στον mamaloukas, στον σομις, στην ellhnida, στη regina... σε όλους.

Thursday, July 06, 2006

Η Ελλάδα που πεθαίνει ή Γιώργος Τρομάρας: πρωτοπαλαιστής Ελλάδος και Ευρώπης

Μας χτύπησε την πόρτα στο σχολείο. Σεμνός και μετρημένος. Ευγενικός πάνω απ' όλα. Μας πρότεινε μια παράσταση. Το παλιό μεγαλείο. Στο μυαλό μου μπλέχτηκαν οι ιστορίες του Παναγή Κουταλιανού, του Τζιμ Λόντου, του Τζίμι του Τίγρη. Τον θυμήθηκα τον Τρομάρα. Τον είχα δει παιδί στην Αθήνα, τότε που σκαρφάλωναν τα αυτοκίνητα πάνω του και του πατούσαν το στήθος.

Την στιγμιαία έκπληξή μου την εξέλαβε προβληματισμό και σκεπτικισμό και έβγαλε αμέσως τα χαρτιά του Υπουργείου Παιδείας, τις άδειες και τα τυπικά, να μου δείξει και να με πείσει. Λες και θα μ' έπειθε ποτέ ένα χαρτί του Υπουργείου, εμένα που έβλεπα τον ζωντανό θρύλο μπροστά μου κουρασμένο και πονεμένο, πικραμένο αλλά ποτέ νικημένο. Λες και μια υπογραφή ή μια συστατική επιστολή αξίζουν περισσότερο από την τίμια ματιά του, από τα δόντια του που τραβούν αυτοκίνητα και τρένα, από τα μπράτσα του που λυγίζουν σίδερα ή κρατούν ακίνητους είκοσι νέους ή ένα αυτοκίνητο που αγωνίζεται να ξεκινήσει με πρώτη ταχύτητα μαρσάροντας απελπισμένα στις 6.000 στροφές. Λες και το γραφείο του κάθε υπεύθυνου μπορεί να βγάλει ψυχές ελληνικές, να χτίσει ιδεολογίες, να μορφώσει το πνεύμα παράλληλα με το σώμα, να κάνει μάθημα στους νέους τόσο παραστατικά και με τόση αλήθεια.

- Γιώργο, ακόμη αγωνίζεσαι; Ακόμη στη γύρα;

- Αυτό ξέρω να κάνω. Όσο μπορώ αυτό θα κάνω.

- Και μετά;...

- Μετά, άστο δεν ξέρω.

Πού να φανταζόμουν μικρός ότι θα ερχόταν στιγμή που θα του έσφιγγα το χέρι, που θα τον αγκάλιαζα συγκινημένος!
Τα παιδιά στην τάξη πριν την παράσταση έλεγαν τα δικά τους. Να μην πληρώσουν τα δύο ευρώ και να φύγουν, έχουν διαβάσματα, έχουν καφετέριες, είναι ωραία μέρα, δεν είναι κρίμα να τη χάσουν με βλακείες. Δεν είπα τίποτα.

Αχ!, δείτε αυτές τις βλακείες. Αφήστε τις να λειτουργήσουν στην ψυχή σας. Δεν ξέρετε ποιες σημειώσεις γράφουν μέσα σας γι' αργότερα. Αφήστε να τις διαβάσετε μετά. Μετά είκοσι έτη, ας πούμε. Κάποιες άλλες βλακείες άκουγα και εγώ από τον παππού μου, όταν ήμουν πέντε χρονών, κι έπρεπε να περάσουν είκοσι χρόνια για να καταλάβω ότι αυτές οι βλακείες του σοφού μου γέροντα ήταν καμιά χιλιάδα στίχοι από τον Ερωτόκριτο.

Οι μαθητές μου όμως έκαναν ένα λάθος. Αποφάσισαν να μείνουν πέντε λεπτά στην παράσταση και να φύγουν μετά. Τελικά, αφού έμειναν καρφωμένοι στη θέση τους μέχρι το τέλος, ήρθαν να πληρώσουν τα ευρώ συγκινημένοι, πήγαν να ζητήσουν και αυτόγραφα κι αφίσες, του πήραν και συνέντευξη.

Οι βλακείες, ο Ερωτόκριτος, η Ελλάδα που πεθαίνει...

Ένας μικρός μαθητής μού είπε ότι τελικά δεν το γλίτωσαν το μάθημα, μόνο που αυτό το μάθημα που το δίδαξε ο Τρομάρας είχε περισσότερη αξία, ήταν πιο αληθινό.

Πόσον καιρό θα διδάσκεις ακόμη, Γιώργο;
Πόσον καιρό ακόμη θα γυρίζεις τα σχολεία με κίνδυνο της σωματικής σου ακεραιότητας και υγείας και θα ματώνεις;
Ποιος θα σου δώσει έπαινο ή βραβείο για την προσφορά σου στην ελληνική νεολαία;
Ποιος θα σε συνταξιοδοτήσει; Ποιο Ι.Κ.Α δίνει σύνταξη στην ομορφιά της ψυχής, στην καθαρότητα των αισθημάτων, στην αληθινή δύναμη έξω από τα αναβολικά, τις φανφάρες και τις διαφημιστικές καμπάνιες;
Από ποιο Υπουργείο θα πάρεις το εφάπαξ της ανδρείας;
Ποιοι κωδικοί πληρώνουν την ανθρωπιά;

Τελικά, Γιώργο, ποιο ζυγίζει περισσότερο για σένα: ένα τρένο που το σέρνεις με τα δόντια ιδροκοπώντας ή η ανοιχτή αγκαλιά ενός σχολείου που σε δέχεται και σε θαυμάζει; ΄Ενα αυτοκίνητο που το ακινητοποιείς με τα μπράτσα σου ή ένα χαμόγελο παιδιού που το βλέπεις να σε διαβεβαιώνει πως το να είσαι αθλητής σημαίνει να είσαι άνθρωπος;
Άσε, μη μου απαντάς. Ξέρω τι θα μου απαντήσεις.
Και μετά, Γιώργο; Τι θα γίνει μετά;

- Μετά άστο, δεν ξέρω.

Sunday, July 02, 2006

Τα ελληνικά είναι νόστιμα

Ερχόμουν από την ΑΘήνα, επέμενε η παρέα να σταματήσουμε στον Ισθμό, στα Goody's, για φαγητό. Ευκαιρία να θυμηθώ πάλι τη γεύση του γνωστού παραδοσιακού σάντουιτς με τις ελιές και τη φέτα μέσα στο ολόφρεσκο μαύρο ψωμί. «Ένα παραδοσιακό», λέω στην υπάλληλο που με κοιτάζει περίεργα. «Ένα premier, εννοείτε», με διορθώνει και παραγγέλνει από το μικρόφωνο με στεντόρεια φωνή: «Ένα premier, παρακαλώ». Κι αμέσως μετά «Εσείς παραγγείλατε;» ρωτάει ένα μικρό κορίτσι που περίμενε δίπλα μου. Η μικρούλα παίρνει βαθιά ανάσα και «Ένα τσίκις, ένα τσίλι, ένα γκριν, ένα κλαμπ και μία κόκα», άκουσα την τρομερή παραγγελία. Μου άρεσε τόσο πολύ που την σιγοψιθύρισα κι εγώ: «Ένα τσίκις, ένα τσίλι, ένα γκριν, ένα κλάμπ. Μάλιστα. Α, και μία κόκα», ξαναείπα θαυμάζοντας την υπέροχη πλαστική γλώσσα.

«Έτοιμο το premier» με διέκοψε από τους γλωσσικούς συλλογισμούς μου η υπάλληλος. «Εσείς, παραγγείλατε;» ρώτησε τον επόμενο.

Κάθισα σε μια γωνιά κι άρχισα μηχανικά να μασουλώ το premier. Σαν λιγότερο νόστιμο από άλλες φορές μού φάνηκε. Ίσως γιατί άλλες φορές νόμιζα πως ήταν παραδοσιακό, όχι premier. Κι αυτά τα τσίλι και τα γκριν και τα γκολντ πώς να είναι άραγε; Γύρισα και κοίταξα γύρω μου. Όλοι είχαν πέσει με τα μούτρα στα δικά τους και τα καταβρόχθιζαν αμίλητοι. Θα είναι νόστιμα, δεν μπορεί, για να τα τρώνε με τόση όρεξη!

Άφησα το premier μισοφαγωμένο πάνω στο τραπέζι και σηκώθηκα. «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;» αναρωτιόταν ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ντένις ο Τρομερός, θα λέγαμε σήμερα. Μήπως η γλώσσα είναι μόνο για να συνεννοούμαστε, για να γινόμαστε κατανοητοί από το περιβάλλον μας και τίποτα άλλο; Μόνο για να δηλώνουμε τις βιολογικές μας ανάγκες και τα απαραίτητα για την καθημερινή μας ζωή και τίποτα περισσότερο; Έτσι δηλαδή όπως μιλάς τα αγγλικά ή τα γαλλικά, τσάτρα πάτρα, ίσα-ίσα για να τα καταφέρνεις στις διακοπές σου στις ξένες χώρες, να ρωτάς, να παραγγέλνεις, να μη νιώθεις ολωσδιόλου ξένος και τα τέτοια. Τότε πώς ο Σολωμός την τοποθετεί δίπλα στην ελευθερία; Δεν μπορεί, αυτός που είχε γνωρίσει και τις ευρωπαϊκές γλώσσες, που έμαθε πρώτα τα ιταλικά και μετά τα ελληνικά, που αγωνίστηκε να τα μάθει και δεν τα έμαθε τελικά στην εντέλεια, που μέσα του κουδούνιζε η θέα της πατρίδας αγκαλιασμένης σφιχτά με την ελευθερία και τη γλώσσα, μήπως αυτός ξέρει κάτι παραπάνω από όλους εμάς, τους σημερινούς τσίκις;

Μ' αυτές τις σκέψεις έφτασα στο Άργος. Το στομάχι μου γουργούριζε. Σταμάτησα σ' ένα ταβερνάκι. Μπήκα μέσα, κάθισα και παράγγειλα στον μουστακαλή ευτραφή ταβερνιάρη. Τίποτα σπουδαίο. Μια μερίδα παϊδάκια, βροβιά, μια φέτα και κρασάκι από ένα παλιό βαρέλι, που ασφαλώς θα κουβαλούσε μέσα του μαζί με τη μυρωδιά του ξύλου και την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Το φχαριστήθηκα. Ειδικά το λαμπερό κρασί. «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ...», φώναζε συνεχώς μέσα μου ο κόντες Διονύσιος, ο Ντένις. Και η φωνή του πατέρα μου μιλούσε μέσα μου, που όταν πέρασα στο Πανεπιστήμιο, αντί για μπράβο, μου είπε συγκινημένος: «Να την προσέχεις τη γλώσσα, γιε μου. Θα ξέρει πάντοτε περισσότερα από σένα».

Τα ελληνικά πιο νόστιμα μου φάνηκαν πάντως. Και τα φαγητά και η γλώσσα. Κάτι ήξερε ο Σολωμός. Αλλά και ο ταβερνιάρης...

Monday, June 26, 2006

Δι' ελαίου και φόβου

Το προϊόν που μαζί με τη σταφίδα αποτέλεσε τη βάση της ελληνικής αγροτικής αλλά και ολόκληρης σχεδόν της οικονομίας μας μαζί και το καμάρι της ελληνικής παραγωγής είναι το λάδι. Το λάδι που ενώνεται με το κορμί και την ψυχή από τη βρεφική μας κιόλας ηλικία και βαδίζει μαζί μας. Από το λάδι του νονού μας, από το μουρουνέλαιο και το ρετσινόλαδο που πίναμε μικροί κι από το ελαιόλαδον το αφροδισιακόν -εξ ού και η γνωστή παροιμία "φάε λάδι κι έλα βράδυ"- μέχρι το λάδι που μας συντροφεύει στο φαγητό –μαγειρεμένο ή στη σαλάτα- αγνό πάντοτε και μπόλικο. Κι αυτό το ίδιο λάδι αποτελούσε συγχρόνως φάρμακο για κάθε πληγή κι αρρώστια. Οποιαδήποτε δερματοπάθεια γιατρευόταν από τις παλιές μανάδες με λάδι. Αλλά και για τα εντερικά, για τα μαλλιά και για το μάτι, το λάδι ήταν θαυματουργό. Μήπως και το φως στο καντήλι που μας κρατούσε συντροφιά και φώτιζε μια σταλίτσα τα σκοτάδια μας ενώ από την άλλη μεριά μάς ένωνε με μια μυστική κλωστή που έφτανε στο μακρινό και απρόσιτο, αυτό που άλλοι το λεν Θεό κι άλλη μοίρα, τύχη ή γραμμένο, αυτό το φως στο καντήλι το λάδι δεν το συντηρούσε;

Και το λάδι συνέχισε στην Ελλάδα -και μου φαίνεται πως αυτές οι δυο λέξεις πρέπει να πηγαίνουν πάντα μαζί, άλλωστε ταιριάζουν τόσο ηχητικά, λάδι και Ελλάδα- συνέχισε, λοιπόν, την ένδοξη πορεία του. Και σήμερα ακόμη, σημαντικές οι μέρες στο χρόνο για κάθε ιδιοκτήτη ελαιόδεντρων, αγρότη ή δημόσιο υπάλληλο -μια και πάνω από τους μισούς Έλληνες έχουμε κάπου κάποια ελιά- είναι οι μέρες του μαζέματος του ελαιοκάρπου. Με το πρώτο φως της μέρας, αγρότες πάνω στα τρακτέρ εξοπλισμένοι με δίχτυα και με χτένες αλλά και άλλοι, που κανονικά τη βδομάδα τους την περνούν πίσω από γραφεία ή γκισέ, ξεκινούν για το άγιο μάζεμα.

Και πόσο απογοητευόμαστε, όταν στα ταξίδια μας στη βόρεια Ευρώπη, στους πολιτισμένους εταίρους μας, δε βρίσκουμε στις σαλάτες και στα φαγητά τους λάδι, όπως δε συναντάμε και στα καταπράσινα βουνά τους λιόδεντρα. Βλέπετε, η κουζίνα η δική μας στηρίζεται σ’ αυτό, στο λάδι, ενώ η δική τους στο βούτυρο και στο λίπος. Οι βόρειες χώρες του λίπους και του βουτύρου από τη μια, και οι δικές μας, της Μεσογείου οι χώρες, οι πατρίδες της ελιάς και του λαδιού. Γι’ αυτό το λόγο και οι βόρειοι, μεγαλωμένοι με βούτυρο, έχουν αυτά τα όμορφα βουτυράτα πρόσωπα με τις κατακόκκινες έτοιμες να εκραγούν παρειές, ενώ εμείς τα σκληροτράχηλα και χαρακωμένα μάγουλα του λαδιού. Σαν τις χαρακωτές ελιές κι αυτά. Γι’ αυτό κι εκείνοι έχουν τις καρδιές σφιχτές και φραγμένες από το λίπος, ενώ οι δικές μας, καλοσυνάτες και πρόσχαρες, σγουρές και παιχνιδιάρες σαν ασημένιο φύλλο λιόδεντρου. Αλλά και τα μυαλά τους γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι πάντα καλογρασσαρισμένα από το λίπος, ενώ τα δικά μας μερικές φορές ντεραπάρουν σαν φορτηγό σε στροφή που πατάει λάδια.

Μα και για έναν ακόμη λόγο εμείς οι Έλληνες θα πρέπει να είμαστε περήφανοι για το λάδι μας. Γιατί μας είναι αναγκαίο ακόμη και στις καθημερινές δοσοληψίες μας, τα σχετικά λαδώματα εννοώ. Κι εκεί που το λίπος το Ευρωπαϊκό γλιστράει και δεν μπορεί κάποιος να του έχει απόλυτη εμπιστοσύνη, το δικό μας το λάδι κάνει τη δουλειά του σωστά. Με το κατάλληλο λάδωμα ανοίγουν εδώ στην Ελλάδα οι πόρτες, όποιες πόρτες θέλει ο καθένας μας ν’ ανοίξει. Άλλες χρειάζονται πολύ κι άλλες λιγότερο λάδωμα. Η πόρτα έτσι κι αλλιώς θ’ ανοίξει. Είναι απλώς θέμα ποσότητας, γιατί η ποιότητα του ελληνικού λαδιού, άρα και του λαδώματος, είναι εξασφαλισμένη. Άλλοι με δυο ντενεκέδες λάδι τέλειωσαν το δημοτικό, ενώ άλλοι πήραν πτυχίο πανεπιστημίου. Άλλοι με ένα απλό λάδωμα βρήκαν θέση ζηλευτή στο ελληνικό δημόσιο κι από κει, υπολογίζοντας καθημερινά -τρεις το λάδι τρεις το ξύδι τρεις και το λαδόξυδο- έβγαλαν κι από την πέτρα λάδι και μεγαλούργησαν. Κι αυτό, το κατακαημένο κι αφερέγγυο ελληνικό δημόσιο γι’ αυτό το λόγο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, δυσκολίες και εμπόδια, με πληθώρα υπαλλήλων που σκοντάφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, που δε βρίσκουν ελεύθερη καρέκλα να καθίσουν, γι’ αυτό το λόγο το ανυπόληπτο ελληνικό δημόσιο λειτουργεί τόσα χρόνια και δε βάρεσε ακόμη διάλυση. Γιατί είναι μια μηχανή κι οι μηχανές δουλεύουνε καλά, όταν λαδώνονται συχνά. Κι από λάδι, δόξα στο Μεγαλοδύναμο.

Κι αν μ’ όλα αυτά σας έβγαλα το λάδι, συγχωρέστε με. Αναφέρθηκα σ’ ένα ζήτημα λεπτό και ραφινάτο. Πιστεύω να μην έριξα λάδι στη φωτιά, αλλά ούτε κι εγώ να βγήκα λάδι.

Wednesday, June 21, 2006

Οι αποστάσεις της καρδιάς

Οι αποστάσεις δεν μετρώνται πάντα με χιλιόμετρα. Τα χιλιόμετρα και όλα τα άλλα μέτρα που έχει επινοήσει ο άνθρωπος για να μπορεί να συνεννοείται και να βρίσκεται μέσα στο χώρο με τους συνανθρώπους του, δεν μπορούν να αποδώσουν με ακρίβεια τις εσωτερικές αποστάσεις, αυτές που θα λέγαμε αποστάσεις της καρδιάς.

Αλλά και οι εξωτερικές αποστάσεις, οι αντικειμενικές αποστάσεις στο χώρο, που μετρώνται με τα γνωστά μέτρα, παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις σε διαφορετικούς ανθρώπους. Η απόσταση Αθήνα-Βρυξέλλες π.χ. είναι για έναν ευρωβουλευτή μας πολύ μικρότερη από ό,τι είναι η ίδια χιλιομετρική απόσταση για μένα.

Και για να ξεφύγουμε και λίγο από τα χιλιόμετρα και να πάμε στις αποστάσεις τις εσωτερικές, η δική μου από τον Λευτέρη Πανταζή ή τον Τερζή είναι χιλιάδες έτη φωτός μεγαλύτερη από την απόστασή μου από τον Δάντη. Τον Αλιγκιέρι Δάντη, για να συνεννοούμαστε, τον πατέρα της ιταλικής ποίησης, που διαμόρφωσε την ιταλική γλώσσα τον 13ο αιώνα. Ή -για να γίνω πιο κατανοητός- νιώθω πιο δικό μου, άρα είμαι πολύ πιο κοντά, στον πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια Ευριπίδη παρά στο σημερινό Καρβέλα. Αυτές ονομάζω αποστάσεις της καρδιάς, που μπλέκονται στο χώρο και στο χρόνο, και με δικά τους μέτρα δημιουργούν την προσωπικότητα και τις αλήθειες του καθενός μας.

Ας έρθουμε όμως στο θέμα μας. Πριν καιρό έγινε μια μεγάλη ληστεία, η οποία -δυστυχώς- πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων. Όσο για τις τηλεοπτικές ειδήσεις δε νομίζω ότι μπορούσαν να ενδιαφερθούν γ’ αυτήν, λόγω και του φόρτου των άλλων γεγονότων. Παρόλ’ αυτά, τη ληστεία που χαρακτήρισα μεγάλη, λίγοι στην Ελλάδα την ένιωσαν ως τέτοια. Άγνωστοι, που λέτε, μπήκαν στο σπίτι-μουσείο του Αλέξαντρου Παπαδιαμάντη στη Σκίαθο, και αφού γλεντοκόπησαν όλη νύχτα, αφού ήπιαν τις βότκες τους και έκαναν ό,τι άλλο έκαναν, φεύγοντας τα ξημερώματα πήραν και κάποια κειμήλια. Αν πω τι πήραν, μερικοί είναι σίγουρο ότι θα βάλουν τα γέλια. Οι αποστάσεις της καρδιάς, που λέγαμε. Πήραν λοιπόν ένα κομπολόι του κυρ-Αλέξαντρου, μια καπνοσακούλα, μια σφραγίδα, κάτι πιατικά. Αυτά. Ε, θα μου πείτε, και πού είναι η μεγάλη ληστεία;

Για όποιον δεν ξέρει τον Παπαδιαμάντη, αλλά και για όποιον ακόμη έχει περάσει ξώφαλτσα δίπλα του -α, ο Παπαδιαμάντης, είχαμε διαβάσει ένα κείμενό του στο σχολείο, δεν το καταλάβαμε και πολύ-, για όποιον δηλ. δεν ξέρει τη σεβάσμια και μοναχική μορφή των νεοελληνικών γραμμάτων μας, είναι φυσικό η ληστεία αυτή να μην του λέει τίποτα. Για όποιον ακόμη δε γνωρίζει με πόσα λίγα πράγματα έζησε τη ζωή του ο κυρ-Αλέξαντρος, πόσο λίγα και φτωχά τον συντρόφεψαν καθ’ όλη τη διάρκεια της πλούσιας δημιουργίας του, πόσες δυσκολίες έπρεπε να ξεπεράσει και πώς έπρεπε να μετρά -αυτός, ένας γίγαντας πνευματικός- τα πάντα στη ζωή του, σίγουρα η ληστεία δε λέει τίποτα. Ακόμη και για τους νέους μας, που δεν πρόλαβαν να τον διαβάσουν, γιατί και η γλώσσα τούς έβαζε εμπόδια, αλλά -κυρίως- γιατί διάβαζαν τα μαθηματικά τους ή για δυο χρόνια προσπαθούσαν να μάθουν απέξω τις 130 σελίδες του βιβλίου τής ιστορίας, για να πετύχουν σε κάποιο Πανεπιστήμιο, πάλι ο Παπαδιαμάντης δεν μπορεί να τους είναι γνώριμος. Γι’ αυτούς επίσης που δεν είχαν παρακολουθήσει στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή τη σοφά διασκευασμένη “Φόνισσα”, αλλά προτίμησαν, αντ’ αυτής, να δουν μια κωμωδία με το Βουτσά, τον Τσιβιλίκα ή τον Ψάλτη, ασφαλώς η ευγενική μορφή του γλυκύτατου γέροντα τους είναι ξένη, όπως αμελητέα τούς είναι και η ληστεία των μικροπραγμάτων του.

Είναι ανάγκη, αν θέλουμε να νιώσουμε την Ελλάδα, αν θέλουμε να νιώσουμε Έλληνες περήφανοι αυτή τη δύσκολη για μας και για την περηφάνια μας εποχή, να χαράξουμε μια εσωτερική γεωγραφία, μια γεωγραφία της καρδιάς, όπου η Σκίαθος με πρωτεύουσα τον Παπαδιαμάντη θα είναι δίπλα μας, όπως δίπλα μας θα είναι η Κρήτη των Καζαντζάκη-Βενιζέλου, η Λέσβος της Σαπφούς και του Θεόφιλου, η Άνδρος του Καΐρη, η Ζάκυνθος του Σολωμού και του Κάλβου, η Κέρκυρα του Καποδίστρια, η Πάτμος του Ιωάννη, η Χίος του Κοραή, για να αναφερθώ μόνο στα νησιά μας. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να νιώσουμε την πατρίδα μας ξεπερνώντας τους άμοιρους πολιτικούς μας που δεν μπορούν αυτήν την υπέροχη πατρίδα να την κρατήσουν σαν φλόγα αναμμένη στην καρδιά μας και με τις ενέργειές τους λες και προσπαθούν από χίλιες μεριές αυτή τη φλόγα να τηνε σβήσουν.

Γι’ αυτό το λόγο ήταν για μένα η ληστεία στο σπίτι του κυρ-Αλέξαντρου μια μεγάλη ληστεία. Γιατί πήρε από μέσα μου κάτι λίγα που είχε για να ζει ο Σκιαθίτης μου.

Και τώρα πρέπει να του αγοράσω άλλο κομπολόι κι άλλη καπνοσακούλα. Δεν πειράζει όμως:

Λες κι είχαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.

Monday, June 19, 2006

Η συμφωνία των αηδονιών



Πριν δυο βδομάδες βρέθηκα για ένα τριήμερο στην Κορώνη. Το σπίτι καλά κρυμμένο μέσα στα δέντρα, γύρω φράχτες ακλάδευτοι, έμπαζε δροσιά από παντού μέσα στο ξέσπασμα της πρόωρης για την εποχή ζέστης. Ξημερώματα Σαββάτου πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι μου μ’ έναν οξύ ξαφνικό πόνο στο στομάχι. Σχεδόν αμέσως πέρασε. Σκοτάδι ακόμη έξω από τις γρίλιες. Κοίταξα το ρολόι στο κομοδίνο. Πέντε και τέταρτο.

Και τότε ήταν που το άκουσα. Δεν είχα ξανακούσει, αλλά αμέσως κατάλαβα για τι επρόκειτο. Ένα αηδόνι ξεκίνησε τις τρίλιες του. Στην αρχή ένα βαθύ, κοχλάζον "τσουκ - τσουκ - τσουκ" και μετά ένα αργό "ντι, ντι, ντι" που υψώνονταν σ’ ένα λαμπρό κρεσέντο με βροντώδεις στροφές. Έμεινα ακίνητος στο κρεβάτι, έκλεισα τα μάτια μου κι άρχισαν να περνούν εικόνες πολύχρωμες μπροστά μου. Εικόνες από τα παιδικά μου περιβόλια.

Το περασμένο Σάββατο ανέβηκα στη βόρειο Εύβοια σ’ ένα θεϊκό μέρος όπου βρίσκεται ένα μικρό απλό αγροτόσπιτο. Το είχαν χτίσει οι γονείς μου και το είχαν χαρεί στα νιάτα τους. Τώρα προσπαθώ να το χαρώ κι εγώ. Επιδιορθώσεις, καινούργια σκεπή, κεραμίδια, ανάπτυξη στο χαγιάτι για να χωράει άνετα μια παρέα. Το μόνο που δε χρειάζεται επιδιόρθωση είναι η θέα. Το βράδυ καρφωμένος στη βεράντα την χαιρόμουν: ακριβώς μπροστά μου η δύση, το ύψωμα με τα σπίτια του χωριού, η εκκλησία, και στο βάθος η θάλασσα.

Πόση ώρα έμεινα εκεί δεν το πήρα είδηση. Διάβαζα, έγραφα τις σαχλαμάρες μου κι αργότερα έσβησα το φως και κοιτούσα το χωριό απέναντι να χάνεται σιγά-σιγά μέσα στο μαύρο. Το φεγγάρι μόνο έκανε το γύρο του στον ουρανό. Ο ύπνος δεν ερχόταν. Ώσπου το άκουσα πάλι. Στην αρχή ένα βαθύ, κοχλάζον "τσουκ - τσουκ - τσουκ" και μετά ένα αργό "ντι, ντι, ντι" που υψώνονταν σ’ ένα λαμπρό κρεσέντο με βροντώδεις στροφές. Ζαλίστηκα από τη γλύκα. Κοίταξα το φωτάκι του κινητού μου. Πέντε και τέταρτο. Ξανά.

Δεν ξέρω πόση ώρα το άκουγα. Όταν ο ορίζοντας άρχισε να γαλαζώνει, σηκώθηκα και δακρυσμένος σχεδόν πήρα τα βήματα για τον ύπνο.

Θυμήθηκα ένα γέροντα στο χωριό, όταν ακούγαμε μια βραδιά ένα γλυκό κελάδημα κι ισχυρίζονταν οι ξερόλες της παρέας ότι ήταν αηδόνι. Γέλασε και μας είπε: «Δεν είναι αηδόνι αυτό. Μια δεντροσταρήθρα σάς κοροϊδεύει. Όταν κάποτε ακούσετε αηδόνι, θα το νιώσετε αμέσως. Δε θα μπορεί να είναι τίποτα άλλο. Θα με θυμηθείτε». Τον θυμήθηκα.

Είπα να σηκωθώ την επομένη την ίδια ώρα, πέντε και τέταρτο.

Ο ύπνος βαθύς με κράτησε στο κρεβάτι μέχρι αργά. Δεν το ξανάκουσα.

Thursday, June 15, 2006

Το πεπόνι

Χρονιάρες μέρες ήτανε δεν ήτανε, τι σημασία έχει! Για να κάνεις ένα δώρο στο διπλανό σου δεν είναι ανάγκη ούτε Χριστούγεννα να ’ναι ούτε να ’χει τη γιορτή του. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο διπλανός σου έχει μεγάλες και οξύτατες ανάγκες βιοτικές. Αυτή είναι Αλβανή. Βέρα. Ο άντρας της Βορειοηπειρώτης. Καμιά σημασία η εθνικότητα. Τα παιδιά τους, τεσσάρων και εφτά χρόνων παλικαράκια, θα τα βάφτιζαν ορθόδοξα εκείνες τις μέρες του καλοκαιριού. Καμιά σημασία η θρησκεία, το δόγμα. Παρεμπιπτόντως.

Η γυναίκα νέα αλλά άρρωστη, τα παιδιά αγγελούδια κι ατίθασα αγριμάκια μαζί. Οι άλλοι, οι δικοί μας να πούμε, πολύ τους λυπήθηκαν. Και τους εκτίμησαν. Τους ψώνισαν -το δώρο που λέγαμε- δυο καρότσια με τρόφιμα από το σούπερ μάρκετ. Αυτά τα δώρα είναι τα πιο εύκολα. Δεν ψάχνεις, δεν προβληματίζεσαι αν θα τους αρέσει, αν θα τους πηγαίνει το χρώμα ή ο συνδυασμός. Αρπάζεις το καρότσι και τρέχεις. Σ’ ένα τέταρτο το ’χεις φουλάρει. Και μακαρόνια και ρύζια και μπελτέδες -πολλούς μπελτέδες να τους τρώνε τ’ αγριμάκια πάνω στο ψωμί, όπως εμείς μια φορά κι έναν καιρό στις δύσκολες μέρες της παιδικής μας ηλικίας- ζάχαρες και σόφτεξ και κοκακόλες και γάλατα, πολλά γάλατα – τ’ αγγελούδια γι’ αυτό είναι άσπρα, γιατί πάντα πίνουν πολύ γάλα. Πιάνεις αδιακρίτως από τα ράφια και ρίχνεις στο καρότσι. Ξέρεις πως δεν πρόκειται να σου πουν: «Α! μακαρόνια είχαμε, να πάμε να τ’ αλλάξουμε». Δε γίνονται τέτοια πράγματα. Ακόμη!

Αυτά τα δώρα πιάνουν τόπο. Γεμίζουν την κοιλιά που είναι άδεια ή μισογεμάτη, για να κάνουμε και τους αισιόδοξους. Γεμίζουν και την καρδιά που θέλει η διαολεμένη συδαύλισμα για να λειτουργήσει έτσι όπως πρέπει να λειτουργεί στους ανθρώπους. Κι αυτά τα δώρα δε γράφονται, δεν υποχρεώνουν, δεν έχουν σχέση με επισκέψεις, σβήσιμο κεριών, προετοιμασίες, φλυαρίες και φασαρίες τέτοιες. Είναι απλά. Έρχονται φυσιολογικά. «Περάσαμε απ’ το σούπερ μάρκετ και πήραμε μερικά πράγματα, έτσι, για τα παιδιά. Τίποτα σπουδαίο. Επειδή τους αρέσει η κόκα κόλα», ας πούμε. Κι αυτοί το παίρνουν επίσης απλά. Δεν είναι ζητιανιά ούτε ελεημοσύνη. Ούτε πάλι νομίζουν πως τους το χρωστάς. Ούτε και αρχίζουν τις τσιριμόνιες «μα γιατί, δεν έπρεπε, δεν ήταν ανάγκη» και τα τέτοια. Δεν είναι τίποτα. Να μισογεμίσεις το ρεζερβουάρ με βενζίνη. Τριάντα πακέτα τσιγάρα. Μια ώρα ιδιαίτερο μάθημα στο παιδί. Τίποτα!

Τους το λες χωρίς ντροπή κι έρχονται στο σπίτι. Χωρίς ντροπή. Φορούν τα καλά τους. Το μάτι τους λάμπει. Όχι από τη λίμα, από τη συγκίνηση. Από την αγάπη. Κι από τον πόνο. Έρχονται με τα καλά τους. Κάνουν δύο διαδρομές με γεμάτο το καρότσι της λαϊκής. Έρχονται, παίρνουν το πρώτο γεμάτο, το παν σπίτι τους, το αδειάζουν και ξανάρχονται. Κάθε φορά σαν πιο ξεκούραστοι. Ποιον πάνε να γελάσουν; Τα πόδια τους τρέμουν από την κούραση της δουλειάς και της ολοήμερης ορθοστασίας. Το μικρό αγριμάκι δεν πίνει βυσινάδα, θέλει κόκα κόλα. Το κρατάς λίγο και δε στέκεται. Τρέχει ένα γύρω στην αυλή και παίζει με τα ποδήλατα. Ονειρεύεται κι αυτό ένα τέτοιο με φτερά να γυαλίζουν στον ήλιο. Τα πόδια τους κουρασμένα από το μεροκάματο. Τους λες στην τρίτη διαδρομή να μη φέρουν πίσω το καρότσι. Ας το κρατήσουν κι ας το φέρουν την επομένη. Ας μην κουράζονται τζάμπα. «Δε θα μας χρειαστεί σήμερα. Αύριο.» Σ’ ευχαριστούν. Όχι με λόγια. Με την άλλη γλώσσα που μόνο οι άνθρωποι καταλαβαίνουν. Αδιάφορο σε ποιο θρήσκευμα, σε ποια φυλή.

Την άλλη μέρα φέρνουν πίσω το καρότσι. Μ’ ένα μεγάλο πεπόνι μέσα. Αντίδωρον. «Θα σας μαλώσω! Γιατί;». «Ε, έτσι!»

Απ’ αυτό το πεπόνι δοκίμασα κι εγώ. Ήταν ένα πεπόνι!!!