Tuesday, December 13, 2011
Διά-
Sunday, December 11, 2011
Προσευχή Ι
Thursday, December 08, 2011
Χωρίς ήρωες
Θα το πανηγύρισαν δεόντως οι μυστικές υπηρεσίες της Αμερικής
το νέο που έφθασε εκείνο το βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου 1980. Και γιατί
να μην πανηγυρίσουν; Ούτε τα χέρια τους ανακάτεψαν και μάτωσαν, ούτε σε
ιδιαίτερα προβλήματα τους έβαλε αυτό το αναπάντεχο ξεπάστρεμα. Αλλά ούτε και
την αστυνομία έβαλε σε μπελάδες. Οι διάφοροι Σέρπικο μπορούσαν να συνεχίζουν τη
δική τους δουλειά ήσυχοι. Το κακό σπυρί έσκασε κι έφυγε. Ο Τζον Λένον έσβησε
δολοφονημένος. Μάλιστα! Και από ποιον; Από έναν θαυμαστή του που πριν μερικές
ώρες του είχε ζητήσει αυτόγραφο κι είχε φωτογραφηθεί μαζί του. Τέλεια. «Ρε»,
«θα αναρωτήθηκαν κάποιοι στις υπηρεσίες, μήπως είναι δική μας δουλειά»; Πού να
πιστέψουν οι άνθρωποι σε τέτοια τύχη. «Όχι, όχι, δεν είναι δική μας δουλειά.
Μαρκ Τσάπμαν ο τύπος, τον πυροβόλησε τέσσερις φορές και κάθισε να τον
συλλάβουν». Θα έκαναν το σταυρό τους μερικοί στις υπηρεσίες, θα σφράγισαν στο FBI το φάκελο με τις 281 σελίδες
και θα τον έβαλαν στο αρχείο τους. Τέλος! «Μακάρι όλοι οι εχθροί μας να
τέλειωναν έτσι».Friday, November 25, 2011
Εις την οδόν των Φιλελλήνων
Φιλέλλην θεωρείται (και έτσι ορίζεται η λέξη στο λεξικό) ο
αγαπών τους Έλληνες. Είτε αυτός ο ίδιος είναι Έλλην είτε ξένος. Φιλέλληνας μπορεί να είναι τόσο ένας ημεδαπός, λοιπόν,
όσο και ένας αλλοδαπός. Και υπήρξεν εποχή κατά την οποία ευδοκιμούσαν και οι
δυο αυτές ποικιλίες ανά την υφήλιον. Ήτο Ιούλιος. Υπήρχαν πολλοί γηγενείς που αγαπούσαν
τους συμπατριώτες τους, όπως υπήρχαν και πολλοί Ευρωπαίοι, Αμερικανοί,
Ταϊτιανοί που αγαπούσαν και αυτοί πολύ τους Έλληνες και την Ελλάδα. Ναι, ήτο
Ιούλιος. Και ήταν μάλιστα τόσο ρομαντικοί που αρκετοί αποφάσιζαν να έρθουν εδώ,
στο δικό μας χώρο, όχι για να θαυμάσουν το τοπίο, να ζήσουν τον ήλιο και τη
θάλασσα, αλλά να πολεμήσουν στο πλευρό των αγαπημένων τους Ελλήνων. Ήταν η
εποχή του ρομαντισμού; Ήταν το μεγαλείο της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς που οι
μακρινοί εκείνοι είχαν γνωρίσει και θέλησαν να δώσουν, ως αντίτιμο για τα
αρχαία δώρα, το αίμα τους για την ελευθερία των συγχρόνων τους Ελλήνων; Ήταν η
δίψα για περιπέτεια; Δεν είχαν στον ήλιο μοίρα στη δική τους πατρίδα, οπότε τι
είχαν και τι θα έχαναν ήταν το ίδιο και το αυτό και καβαλούσαν ένα πλοίο για να
’ρθουν στα μέρη μας; Πίστευαν ότι υπήρχε εδώ στάδιο λαμπρό για πλουτισμό και
εξουσία; Έψαχναν να βρουν μια ταυτότητα και ένα λόγο ύπαρξης; Όλα αυτά ήταν κι
άλλα που έχουν απαντηθεί από τους ιστοριογράφους. Όπως υπήρχαν και εντός
ελληνικού χώρου ντόπιοι που αγαπούσαν την πατρίδα τους. Που ταμπουρώνονταν σ’
ένα Μεσολόγγι, ας πούμε, και μέσα στο χορό της φύσης και του φωτός, αυτοί
έτρωγαν ποντίκια. Με δίπλα τους τον φόβο του θανάτου. Μα δεν παραδίδονταν σε
Τούρκους ή Αιγύπτιους ή όπως αλλιώς λέγαν τότε τους εχθρούς και τους μισέλληνες.
Και μη φανταστούμε ότι αυτοί ήταν ήρωες
και τέτοια ηχηρά! Όχι! Ήταν άνθρωποι κανονικοί, με τις αδυναμίες και τα
ελαττώματά τους. Άλλος φιλοχρήματος, άλλος εγωπαθής και άλλος φίλαρχος, άλλος
φίλερις και φατριαστής και πάει λέγοντας. Είχαν όμως ένα κοινό: ήταν
φιλέλληνες.Thursday, November 10, 2011
Νεοελληνική Ποίηση
Wednesday, November 09, 2011
O Petros, o Jochann ki o Franz
Τόσες μέρες διαβουλεύσεις. Τόσες μέρες διαπραγματεύσεις (παρεμπιπτόντως: διαπραγματεύσεις έχουμε μετά από πολεμικές συγκρούσεις. Αλλά και στην ελληνική πολιτική σκηνή φαίνεται ότι οι συζητήσεις καταλήγουν σε διαπραγματεύσεις). Τόσες μέρες λοιπόν γύρω από ένα τραπέζι για να βρουν τι; Ένα όνομα. Ένα απλό ελληνικό ονοματάκι. Παπαδήμος, Παπαδημούλης, Πετσάλνικος, Σκουλής και Σκουντρής, Μπαρδάκος και Μπρετάκος. Ένα απλό όνομα. Λες και πρόκειται για πρωθυπουργό! Για ένα πουκάμισο αδειανό πρόκειται. Για ένα φτηνό, λινό πουκαμισάκι. Λινό, βαμβακερό ή ποπλίνα.
Πόσο λυπάμαι που είμαι Έλλην! Πόσο μπροστά θα πήγαινε η Ελλάδα αν δεν είχε τους Έλληνες! Αυτή τη φάρα των κατσικοκλεφτών, των κουτοπόνηρων, των ληστών, των παγαπόντηδων.
Και επιτέλους! Να πω μιαν αλήθεια ακόμη. Και αυτή την αλήθεια -είναι αλήθεια- ντρέπομαι λιγάκι να την πω. Και που τη νιώθω ακόμη, ντρέπομαι. Αλλά φαίνεται πως είναι η αρχή της κατηφόρας που με έχει πιάσει βλέποντας και ακούγοντας τους Έλληνες πολιτικούς μας. Καλύτερα, λοιπόν, να έρθουν να μας διοικήσουν ΞΕΝΟΙ. Γερμανοί, Γάλλοι, Ισπανοί, Αμερικάνοι… αδιάφορο. Χίλιες φορές καλύτερα αυτοί παρά οι διάφοροι αδιάφοροι και επικίνδυνοι Σαμαραπαπαντρεοτσιπρακαρατζαφεροπαπαρήγες. Χίλιες φορές καλύτερα θα τα καταφέρουν οι Χέλμουτ, οι Φριτς, οι Ζαν-Πιέρ κι οι Χόρχες. Τουλάχιστον θα λειτουργούν οι συγκοινωνίες μας και οι επιστολές μας θα πηγαίνουν στον προορισμό τους. Αυτά τα απλά.
Κι η εθνική μας περηφάνια; Να την βράσω την εθνική μας περηφάνια. Άλλωστε αυτήν μας την κατάργησαν, μας την έλιωσαν, μας την ποδοπάτησαν οι άλλοι. Οι δικοί μας. Ας είναι. Ας έρθουν, λοιπόν, οι Σμιθ κι ο Πέτρος κι ο Γιόχαν μαζί. Αυτοί οι παρεξηγημένοι, οι βάρβαροι. Που τους μισώ.
Μπορεί να μην κάνουν καλό, αλλά –είμαι πια σίγουρος και ντρέπομαι που το γράφω δημόσια αυτό- δε θα μας κάνουν κακό.
Monday, July 04, 2011
Ευκολίες
Η κριτική είναι εύκολη. Γίνεται από τους πάντες «εναντίον» πάντων. Μπορούμε χωρίς αιδώ και σεμνότητα να κρίνουμε μια σειρά προσωπικότητες, από το Χριστό, τον Μπέργκμαν, τον Ντίλαν και τον Ελύτη μέχρι το γείτονα. Δηλαδή νιώθουμε ελεύθεροι –μερικές φορές και υποχρεωμένοι, λες και μας ζήτησαν τη γνώμη τους- να δηλώσουμε ότι ο μέγας Σουηδός κινηματογραφιστής είναι βαρύς κι ασήκωτος, μαυρόασπρος, αργός και ό,τι άλλο θέλουμε, ο Χριστός εκτός εποχής και έξω από τις αγορές, ο τάδε ξεπερασμένος κι ανυπόληπτος πια, ο δείνα έτσι κι ο άλλος αλλιώς.
Και η διαμαρτυρία είναι εύκολη. Είναι πολλά αυτά για τα οποία εμείς οι Έλληνες τον τελευταίο καιρό πρέπει να διαμαρτυρηθούμε –και διαμαρτυρόμαστε. Από τους πολιτικούς που μας κυβερνούν μέχρι την τηλεόραση με το άθλιο εμπόριο ψυχών και σωμάτων που προβάλλει, από τις εφημερίδες και τους δημοσιογράφους που έχοντας ως στόχο το κέρδος και μόνο παίζουν το παιχνίδι των εξουσιών ξεπερνώντας τις εξουσίες μέχρι τον αθλητισμό και το ποδόσφαιρο που κατάντησαν μόνο αθλητισμός και ποδόσφαιρο να μην είναι.
Και διαμαρτυρόμαστε αγανακτισμένοι για όλα αυτά. Όχι για τον Μπέργκμαν και τους άλλους –αυτοί, ως ξεχασμένοι ζουν πια στο απυρόβλητο, ευτυχώς- αλλά για τους άλλους. Αυτούς που θεωρούμε υπεύθυνους για την κατάντια μας. Και η κατάντια μας είναι να συζητούμε γι’ αυτούς, η κατάντια μας είναι να ενδιαφερόμαστε για τον διαιτητή και όχι για τον αγώνα, για την πισίνα κι όχι για τη θάλασσα, για τον καταναλωτή και όχι για τον πολίτη, για το εξώφυλλο κι όχι για το περιεχόμενο, για τον άλλον κι όχι για εμάς τους ίδιους.
Είναι άραγε πολυτέλεια να σκεφτούμε πόσοι από εμάς τους αγανακτισμένους που μαζευόμαστε στις πλατείες πληρώσαμε μέχρι δεκάρας το φόρο που μας αντιστοιχούσε τα τελευταία δέκα χρόνια, ας πούμε; Είναι πολυτέλεια να αναρωτηθούμε πόσοι από εμάς που δερνόμαστε για τη σημερινή κατάστασή μας σταθήκαμε στο ύψος μας, όταν μας ζητήθηκε να βοηθήσουμε το σύνολο, όταν μας ζητήθηκε να ποτίσουμε το δέντρο που μας κρατάει και μας δίνει ακόμη λίγη σκιά; Είναι πρωτότυπο και δύσκολο να μην παραδειγματιστούμε από την ξεφτίλα των πολιτικών μας –που δεν στέκονται στο ύψος των περιστάσεων- και να κοιτάξουμε μέσα μας πράττοντας διαφορετικά;
Είναι εποχή των μεγάλων ανακατατάξεων και ανατροπών. Μήπως πρέπει –επαναλαμβάνω- να σκάψουμε μέσα μας και να πούμε το μεγάλο Ναι που πέρα θα μας πάει «στην τιμή και στην πεποίθησή» μας κι όχι εκείνο –το σωστό- το Όχι «που θα μας καταβάλλει εις όλην την ζωή μας»;
