Tuesday, December 13, 2011

Διά-


Σήμερα με πρόθεση και όχι κατά λάθος, θα επιχειρήσουμε έναν περίπατο με συντροφιά και βοηθό μια πρόθεση. Μια πρόθεση ιδιαιτέρως χρηστική στον σημερινό Έλληνα, ο οποίος μπορεί με αυτή να εκφράσει τα μύρια όσα συμβαίνουν γύρω του, αλλά και όσα έχει μέσα της η καρδούλα του. Η πρόθεση αυτή είναι η πρόθεση διά.
Μας ενδιαφέρει άμεσα η μικρή αυτή λέξη, η διά, γιατί μια ζωή, διά παντός διαιρεμένοι ήμασταν εμείς οι Έλληνες μέσα στην πατρίδα μας. Κι ενώ στο εξωτερικό όλοι διακρινόμαστε με ό,τι και αν καταπιαστούμε, διαγωνιζόμενοι με άλλους ξένους ερχόμαστε πρώτοι και με διαφορά, διαπρέπουμε και γινόμαστε διάσημοι, ενώ εδώ που είναι ο μόνιμος τόπος διαμονής μας, στην Ελλάδα, περνάμε διά πυρός και σιδήρου για να πετύχουμε το αυτονόητο, για να πιάσουμε μια θέση, ας πούμε και να εργαστούμε. Και ενώ ψάχνουμε, δεν είναι ότι δεν ψάχνουμε να βρούμε τις αιτίες και να καταλήξουμε στο διά ταύτα, να δούμε ποιος ή τι φταίει και πώς θα διορθωθεί, σπαταλιόμαστε σε διαπληκτισμούς, σε διαμάχες πολιτικές, θρησκευτικές, οικογενειακές, κομματικές, διαχέεται η προσοχή μας και χάνουμε το στόχο. Βλέπουμε τη διαφθορά γύρω μας, διακρίνουμε τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας από κάποιους επιτήδειους για ίδιον όφελος, τη διαστροφή της αλήθειας, τη διαπόμπευση αξιών και ιδεών, αλλά συνεχίζουμε να διάγουμε βίον ανέμελον. Βλέπουμε τους διάφορους διαβόητους να διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα σαν να είναι δικό τους επιδιώκοντες πάντοτε διάφορο, δηλαδή προσωπικό κέρδος, ακούμε τις διάτορες κραυγές των αδικουμένων να διαβεβαιώνουν για το δίκιο τους και το ήθος τους και δε μας καίγεται καρφάκι. Έχουμε δει κατά καιρούς τους βουλευτές και τους πολιτευτές σαν τα διαβατάρικα πουλιά να περνούν από το ένα κόμμα στο άλλο κι εμείς ζητάμε διακομματικές επιτροπές για να λύσουν τα προβλήματα, λες και θα γίνει κάτι διαφορετικό τώρα που η Δαμανάκη και ο Ανδρουλάκης, ας πούμε, κάθονται σε διαφορετικά έδρανα. Βλέπουμε τις συνήθεις πλέον διαγραφές κομματικών στελεχών, δικαστές να τίθενται σε διαθεσιμότητα, διαπρεπείς δικηγόρους διαπρύσιους κήρυκες της δικαιοσύνης και του λειτουργήματός τους να ανοίγουν διάπλατα την αγκάλη τους στην αδικία και το οικονομικό τους συμφέρον, διαιτητές να διαιωνίζουν τη σαθρή κατάσταση στο ποδόσφαιρό μας, επιχειρηματίες και πολιτικούς σε άμεση και έμμεση διαπλοκή, εξετάσεις διαβλητές, διαρροές, κυβερνητικά στελέχη να διοχετεύουν πληροφορίες σε φίλιες εφημερίδες, ακούμε τις φωνές διαμαρτυρίες κάποιων, διανοουμένων κυρίως, λίγων πάντως μια και οι περισσότεροι βρίσκονται σε διαρκείς πνευματικές διακοπές, αλλά εμείς έχουμε άλλη δουλειά αυτή τη στιγμή, παρακολουθούμε στη διαπασών την τελευταία διαφήμιση του κινητού τηλεφώνου που θέλουμε να αγοράσουμε.
Κανονικά η κατάστασή μας χρήζει ιατρικής διάγνωσης, για να υπάρξει διέξοδος, αφού διαπιστωθεί πρώτα η ασθένεια από την οποία πάσχουμε όλοι. Και οι αλλαγές που χρειάζονται δεν πρέπει να είναι πια αντικείμενο άβουλων διαπραγματεύσεων και διαμεσολαβήσεων για να σωθούν κάποια προσχήματα ούτε διορθωτικές αλλά διαρθρωτικές. Αλλιώς με τόσες διαλείψεις στο μυαλό μας, με τις ψυχικές μας διαταραχές, με τόσες διαφωνίες στις σχέσεις μας με τους άλλους, με τόσα διαζύγια από ανθρώπους και ιδέες που μας ανέθρεψαν πώς θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε την πνευματική μας υγεία, να διασφαλίσουμε την ακεραιότητά μας, να διασώσουμε και να διαφυλάξουμε όσες από τις διαχρονικές αξίες μας παραμένουν ακόμη δυναμικές;
Εκτός και αν στο διαμπερές διαμέρισμά μας, κι ενώ το φως της πατρίδας μας διαχέεται μέσω όλων των παραθύρων άφθονο και ανελέητο, με τη διαυγή ατμόσφαιρα να διαποτίζει την ύπαρξή μας, να διαφεντεύει το περιβάλλον και να μας προετοιμάζει για ένα νέο διαφωτισμό, εμείς προτιμάμε να κλείνουμε τα μάτια, να αγνοούμε τη διαφάνεια στην οποία πιστεύαμε κάποτε και να ζούμε διασωληνωμένοι.

Sunday, December 11, 2011

Προσευχή Ι


Ξύπνησε βαθιά μεσάνυχτα από τις φωνές και τα τραγούδια. Πετάχτηκε γρήγορα-γρήγορα, άρπαξε το ράσο του από τη μοναδική καρέκλα του κελιού, το φόρεσε όπως-όπως και, βγαίνοντας έξω, αντελήφθη ότι ο χαλασμός ερχόταν από την εκκλησία. Έφτασε εκεί λαχανιασμένος για να δει έναν από τους φιλοξενουμένους του μοναστηριού εκείνη τη βραδιά να το ’χει ρίξει στο χορό με φωνές και με μακρόσυρτα αμάν…αμάν μπροστά στο τέμπλο. Ζεϊμπέκικο χόρευε, τσιφτετέλι, καρσιλαμά; Τίποτα απ’ αυτά κι όλα μαζί. Και δώσ’ του γυροβολιές μπροστά στις εικόνες του τέμπλου. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι να τον βλέπει να πληρώνει με τέτοια ασέβεια τη φιλοξενία. "Τι ’ναι αυτά που κάνεις εκεί; Μας αναστατώνεις! Χορεύεις μέσα στον οίκο του Κυρίου; Τρελάθηκες;" "Άσε με, πάτερ, ήσυχο, προσεύχομαι", του απάντησε αυτός ανάμεσα στις αγριοφωνάρες του καθώς συνέχιζε τον τρελό του χορό. Τον άρπαξε από τα χέρια και τον ταρακούνησε. "Βγες έξω, βλάσφημε", του σφύριξε και τον έσυρε με όση δύναμη είχε έξω από την εκκλησία. Από τον οίκο του Κυρίου. "Δεν κάνουμε τέτοια εμείς εδώ".
Γύρισε στο κελί του. Άργησε να τον πάρει ο ύπνος. Η ίδια εικόνα συνέχεια στο μυαλό του δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Μα πώς του ήρθε; Μερικές στιγμές σαλεύει και το λογικό κι ο άνθρωπος κάνει ό,τι του κατέβει. Χωρίς να σέβεται το χώρο και τους συνανθρώπους του. Τέλος πάντων, συγχωρεμένος να ’ναι. Με τα πολλά αποκοιμήθηκε. Του φανερώθηκε η Παναγιά. Τι είναι αυτό που έκανες; Γιατί σταμάτησες τον άνθρωπο; Μα… Παναγιά μου!... Γιατί δεν τον άφησες να προσευχηθεί; Μα… Παναγιά μου, προσευχή ήταν αυτό; Αυτός χόρευε μπροστά στις εικόνες σου! Και ποιος σου είπε εσένα πώς είναι η προσευχή; Από πού ξέρεις ότι έτσι δεν μπορεί να προσευχηθεί κάποιος;
Πετάχτηκε καταϊδρωμένος. Ξαναφόρεσε το ράσο του κι έτρεξε στον ξενώνα. Έσκυψε πάνω από τον κοιμισμένο ασεβή. "Σήκω, σήκω γρήγορα και τρέχα στο ναό να προσευχηθείς". "Μα εσύ δεν ήσουν που…”. “Τρέχα γρήγορα είπα, τρέχα να προσευχηθείς με τον τρόπο σου. Δε θα τα πληρώσω εγώ. Προσευχήσου όπως θέλεις, άνθρωπέ μου. Πες τις δικές σου προσευχές".

Thursday, December 08, 2011

Χωρίς ήρωες


Θα το πανηγύρισαν δεόντως οι μυστικές υπηρεσίες της Αμερικής το νέο που έφθασε εκείνο το βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου 1980. Και γιατί να μην πανηγυρίσουν; Ούτε τα χέρια τους ανακάτεψαν και μάτωσαν, ούτε σε ιδιαίτερα προβλήματα τους έβαλε αυτό το αναπάντεχο ξεπάστρεμα. Αλλά ούτε και την αστυνομία έβαλε σε μπελάδες. Οι διάφοροι Σέρπικο μπορούσαν να συνεχίζουν τη δική τους δουλειά ήσυχοι. Το κακό σπυρί έσκασε κι έφυγε. Ο Τζον Λένον έσβησε δολοφονημένος. Μάλιστα! Και από ποιον; Από έναν θαυμαστή του που πριν μερικές ώρες του είχε ζητήσει αυτόγραφο κι είχε φωτογραφηθεί μαζί του. Τέλεια. «Ρε», «θα αναρωτήθηκαν κάποιοι στις υπηρεσίες, μήπως είναι δική μας δουλειά»; Πού να πιστέψουν οι άνθρωποι σε τέτοια τύχη. «Όχι, όχι, δεν είναι δική μας δουλειά. Μαρκ Τσάπμαν ο τύπος, τον πυροβόλησε τέσσερις φορές και κάθισε να τον συλλάβουν». Θα έκαναν το σταυρό τους μερικοί στις υπηρεσίες, θα σφράγισαν στο FBI το φάκελο με τις 281 σελίδες και θα τον έβαλαν στο αρχείο τους. Τέλος! «Μακάρι όλοι οι εχθροί μας να τέλειωναν έτσι».
Κι ο κόσμος; Θέλω να πω όλοι αυτοί, εμείς που δεν ανήκουμε στις υπηρεσίες, εμείς που νιώθαμε τον Λένον δικό μας, άνθρωπο που κουβαλούσε τα λίγα ιδανικά μας στην πλάτη του, που τον βλέπαμε στις πορείες μπροστάρη να εναντιώνεται στον πόλεμο, να αγωνίζεται για την ειρήνη, να ζει και να εκφράζεται καλλιτεχνικά μέσα από τους στίχους και τα τραγούδια του, όλοι εμείς οι υπόλοιποι πώς νιώσαμε; 
Νιώσαμε να χάνεται άλλος ένας ήρωάς μας. Και τι σημαίνει που αγιοποιήθηκε, και τι σημαίνει που όλοι ξαφνικά άρχισαν να ασχολούνται με τον Λένον, να μιλάνε για τη σημασία που είχαν η μουσική του, η ακτιβιστική δράση του, η αγάπη και ο έρωτάς του, οι συνεντεύξεις του; Η φωνή του έσβησε, το πρόσωπό του χάθηκε.
Χάθηκε; Ναι… Όσο κι αν οι ήρωες ζουν, όσο κι αν ο θρύλος δημιουργεί και στήνει καινούριες σκάλες για να ξεπεραστούν τα εμπόδια, χάθηκε. Γι’ αυτό κι έτριβαν τα χέρια τους οι μυστικές υπηρεσίες εκείνο το βράδυ. Γιατί γνώριζαν πολύ καλά ότι ΑΥΤΟ ΤΕΛΕΙΩΣΕ. Κι αργά ή γρήγορα θα ξεκινήσουν πανηγυράκια εις μνήμην του εκλιπόντος. Κι η νέα κοινωνία, αυτή που ξεπρόβαλε αμέσως μετά, τη δεκαετία του ’80 και ’90 φρόντισε να ταΐσει κουτόχορτο και να μοιράσει ακίνδυνα παιχνιδάκια στους έφηβους και στους νέους. Και φτάσαμε στο τώρα, 31 ολόκληρα χρόνια μετά, να ψάχνουμε για ήρωες και να τους βρίσκουμε όλους πεθαμένους. Δολοφονημένους. Να μιλήσω για ήρωες;
Ευτυχώς που ζει ακόμη η Γιόκο. Αυτή που μισούσαμε μια εποχή, αποδείχτηκε πολύ σκληρή για να πεθάνει και περισσότερο άξια απ’ όσο νομίζαμε, όταν ζούσε στη σκιά του. Ευτυχώς που ζει και μας τον θυμίζει έτσι όπως ήταν. Και μας θυμίζει τα τραγούδια του και τη δράση του, κι ενδιαφέρεται αυτή τώρα για όλα αυτά που χρωμάτιζαν τη σημαία του. Και τη σηκώνει αυτή τη βαριά σημαία η Γιόκο, την ανεμίζει μόνη της μέσα στην γενικότερη αδιαφορία της παγκοσμιοποίησης, μιλάει μόνη της για την ειρήνη, φτιάχνει τέχνη (μη εμπορική τέχνη, παρακαλώ) για να βρίσκεται στην επικαιρότητα ο Τζον, ο Τζον της. Στα 79 της η Γιόκο ζει εδώ και 31 χρόνια για δύο. Χτίζει κι έναν πύργο, τοποθετεί μέσα του τρεις κάψουλες με το έργο του Τζον της, και τις προγραμματίζει να σκάσουν, να ανοίξουν το 2040, στα 100 χρόνια από τη γέννηση του καλού της, για να μάθουν οι τότε νέοι γι’ αυτόν, να τον ξαναδούν έτσι όπως τον αποτύπωσε εκείνη και να ξανακούσουν τα τραγούδια του.
Μπας και γίνει κάτι σ’ αυτόν τον κόσμο, τον χωρίς ήρωες.

Friday, November 25, 2011

Εις την οδόν των Φιλελλήνων


Φιλέλλην θεωρείται (και έτσι ορίζεται η λέξη στο λεξικό) ο αγαπών τους Έλληνες. Είτε αυτός ο ίδιος είναι Έλλην είτε ξένος. Φιλέλληνας  μπορεί να είναι τόσο ένας ημεδαπός, λοιπόν, όσο και ένας αλλοδαπός. Και υπήρξεν εποχή κατά την οποία ευδοκιμούσαν και οι δυο αυτές ποικιλίες ανά την υφήλιον. Ήτο Ιούλιος. Υπήρχαν πολλοί γηγενείς που αγαπούσαν τους συμπατριώτες τους, όπως υπήρχαν και πολλοί Ευρωπαίοι, Αμερικανοί, Ταϊτιανοί που αγαπούσαν και αυτοί πολύ τους Έλληνες και την Ελλάδα. Ναι, ήτο Ιούλιος. Και ήταν μάλιστα τόσο ρομαντικοί που αρκετοί αποφάσιζαν να έρθουν εδώ, στο δικό μας χώρο, όχι για να θαυμάσουν το τοπίο, να ζήσουν τον ήλιο και τη θάλασσα, αλλά να πολεμήσουν στο πλευρό των αγαπημένων τους Ελλήνων. Ήταν η εποχή του ρομαντισμού; Ήταν το μεγαλείο της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς που οι μακρινοί εκείνοι είχαν γνωρίσει και θέλησαν να δώσουν, ως αντίτιμο για τα αρχαία δώρα, το αίμα τους για την ελευθερία των συγχρόνων τους Ελλήνων; Ήταν η δίψα για περιπέτεια; Δεν είχαν στον ήλιο μοίρα στη δική τους πατρίδα, οπότε τι είχαν και τι θα έχαναν ήταν το ίδιο και το αυτό και καβαλούσαν ένα πλοίο για να ’ρθουν στα μέρη μας; Πίστευαν ότι υπήρχε εδώ στάδιο λαμπρό για πλουτισμό και εξουσία; Έψαχναν να βρουν μια ταυτότητα και ένα λόγο ύπαρξης; Όλα αυτά ήταν κι άλλα που έχουν απαντηθεί από τους ιστοριογράφους. Όπως υπήρχαν και εντός ελληνικού χώρου ντόπιοι που αγαπούσαν την πατρίδα τους. Που ταμπουρώνονταν σ’ ένα Μεσολόγγι, ας πούμε, και μέσα στο χορό της φύσης και του φωτός, αυτοί έτρωγαν ποντίκια. Με δίπλα τους τον φόβο του θανάτου. Μα δεν παραδίδονταν σε Τούρκους ή Αιγύπτιους ή όπως αλλιώς λέγαν τότε τους εχθρούς και τους μισέλληνες.  Και μη φανταστούμε ότι αυτοί ήταν ήρωες και τέτοια ηχηρά! Όχι! Ήταν άνθρωποι κανονικοί, με τις αδυναμίες και τα ελαττώματά τους. Άλλος φιλοχρήματος, άλλος εγωπαθής και άλλος φίλαρχος, άλλος φίλερις και φατριαστής και πάει λέγοντας. Είχαν όμως ένα κοινό: ήταν φιλέλληνες.
Αυτά τότε. Τότε που και η Ντάπια του Μεσολογγιού και ο Μαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως… Γιατί τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει άρδην. Τώρα βρίθουν οι μισέλληνες και εντός και εκτός Ελλάδας. Κι αν θέλει κανείς να ψάξει για να βρει μερικά δείγματα φιλελλήνων, και βάλει το χέρι του στο φιλιατρό του πηγαδιού προσπαθώντας να τους μετρήσει, θα μαζεύει ένα-ένα τα δάχτυλα μέχρι που με τον αντίχειρα, το δείκτη και τον μέσο που θα απομείνουν, απορημένος θα κάνει το σταυρό του σαν να ζητάει συχώρεση. Γιατί δε βρίσκει κανέναν. Γιατί περίσσεψαν τα λόγια και έλειψαν οι πράξεις που να αποδεικνύουν την ύπαρξη σημερινών φιλελλήνων. Κι όσο περισσότερο θα παιδεύεται να βρει έστω έναν, τόσο περισσότερο θα απογοητεύεται.
Ωραία εποχή αυτή! Που μπορείς να αγαπάς το αυτοκίνητό σου, τη γειτόνισσα, το καινούριο σου τζιν, τον ηθοποιό που σε κάνει να γελάς, το κινητό και το i-pad σου, αλλά πέραν αυτών δεν δίνεις διάρα τσακιστή γι’ αυτό που λέγεται πατρίδα. Και που κατάντησε να μοιάζει τώρα πια περισσότερο σαν μια παρτίδα χαμένη παρά σαν τόπος που σε γέννησε, σε γαλούχησε, σε προστάτευσε, σε μόρφωσε, σου χάρισε μια ταυτότητα, σου έδωσε –τέλος πάντων- αυτά τα λίγα που είχε να σου δώσει. Κι είναι –αλήθεια- κρίμα μέσα σ’ αυτό το φως να εξαϋλούται, να εξατμίζεται σχεδόν ολοσχερώς, να τήκεται υπό το ίσον φως η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου. 

* Η φωτογραφία είναι από το mlp.blogspot.com.  

Thursday, November 10, 2011

Νεοελληνική Ποίηση


Τα πράγματα στην Ενδοχώρα δεν πάνε καθόλου καλά. Είναι φανερό πια ότι έχουμε χάσει τους Προσανατολισμούς μας. Βαδίζουμε όλοι σαν τον Τυφλό με το Λύχνο. Κι ενώ ήμασταν έτοιμοι να πάρουμε την Στροφή, που δε θα μας οδηγούσε βέβαια Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες, αλλά -όσο να ’ναι- θα μας έβγαζε από Το Περιθώριο και θα σταματούσε το έντονο φλερτ με τον Τάφο, οι πολιτικοί μας για μια ακόμη φορά επέλεξαν την Ασάλευτη Ζωή. Κι όσο κι αν ο Αλαφροΐσκιωτος προσπαθούσε να διώξει από πάνω του την ευθύνη των Σκοτεινών Πράξεών του, ο Διάβολος με το Κηροπήγιο, που παραμόνευε, του έφερε να μας διαβάσει το Εγχειρίδιο Ευθανασίας. Αλίμονο! Μικρό Βιβλίο για Μεγάλα Όνειρα. Η Μάχη στην Άκρη της Νύχτας μαινόταν κι εμείς περιμέναμε μες στην Αγρύπνια όλοι με τα μάτια κολλημένα στα μόνιτορ τον Άνθρωπο με το Ταμπούρλο. Η Συνέχεια; Κι εκείνο το βράδυ αλλά και το επόμενο, ενώ αγρίως Φυσούσε στα Σταυροδρόμια του Κόσμου, δεν φάνηκε ο Πρίγκιπας, δε φάνηκε ο νέος Μπολιβάρ που θα έπαιρνε στα χέρια του τα ηνία για να αποφύγουμε τον Δύσκολο Θάνατο. Εποχή Ισχνών Αγελάδων, θα πείτε! Είναι να μη σε πιάνει Το Αιώνιο Παράπονο; Κανείς δεν υπέγραφε τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου, ενώ οι Χειρονομίες από Το Νεκρό Σπίτι της Ανυπόταχτης Πολιτείας δεν ήταν τίποτα άλλο από απλό Αποχαιρετισμό. Κανείς δεν δεχόταν να περάσει την πατρίδα από το Έρεβος στη Χειμερινή Διαύγεια.
Κι οι υπόλοιποι εμείς, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι; Τι κάνουμε εμείς; Εμείς που έχουμε Συνείδηση της Γης μας, εμείς που Ερήμην μας γινόμαστε περίγελως στις Γειτονιές του Κόσμου, εμείς που μας διατάσσουν «Μη Ομιλείτε εις τον Οδηγόν αυτή τη στιγμή, περνά σκληρή Δοκιμασία» και δεν καταλαβαίνουν ότι ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων γίνεται καμιά φορά τόσο οξύς που δεν έχει φρένο: ορμά με τα Τρακτέρ κι όποιονα πάρει ο Χάρος. Άλλωστε γνωρίζουμε πια όλοι εμείς ότι στρεφόμαστε και πολεμάμε Κατά Σαδδουκαίων, όπως γνωρίζουμε ότι Όταν Έρχεται ο Ξένος από τα Δυτικά της Λύπης, όταν θα φτάσει ο Νυχτερινός Επισκέπτης, θα χρησιμοποιήσει τα Μαχαίρια της Κίρκης πάνω μας. Και δε θα νιώσει ούτε μία ούτε Έξη και μία Τύψεις για τον Ουρανό, τον ελληνικό ουρανό με τον Ήλιο τον Ηλιάτορα. Θα τα μακελέψει όλα.
Χαίρε Ποτέ, καημένη πικρή Ρωμιοσύνη. Εμείς Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως, αφού ζήσαμε μόνο Ενός Λεπτού Μαζί, μιλώντας πάντοτε Εκ του Πλησίον. Τώρα κατοικούμε μακριά, στην Οδό Λαιστρυγόνων, In Perpetuum περιμένοντας Την Επιστροφή των Πουλιών. Τώρα κατοικούμε στην Οδό Λαιστρυγόνων, παίζουμε Βιολί για Μονόχειρα και τα χτυπάμε απελπισμένα τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής. Τώρα κατοικούμε στην Οδό Λαιστρυγόνων κι όποιος μας βρει, ας πάρει αυτός Τα Εύρετρα.  

Wednesday, November 09, 2011

O Petros, o Jochann ki o Franz

Τόσες μέρες διαβουλεύσεις. Τόσες μέρες διαπραγματεύσεις (παρεμπιπτόντως: διαπραγματεύσεις έχουμε μετά από πολεμικές συγκρούσεις. Αλλά και στην ελληνική πολιτική σκηνή φαίνεται ότι οι συζητήσεις καταλήγουν σε διαπραγματεύσεις). Τόσες μέρες λοιπόν γύρω από ένα τραπέζι για να βρουν τι; Ένα όνομα. Ένα απλό ελληνικό ονοματάκι. Παπαδήμος, Παπαδημούλης, Πετσάλνικος, Σκουλής και Σκουντρής, Μπαρδάκος και Μπρετάκος. Ένα απλό όνομα. Λες και πρόκειται για πρωθυπουργό! Για ένα πουκάμισο αδειανό πρόκειται. Για ένα φτηνό, λινό πουκαμισάκι. Λινό, βαμβακερό ή ποπλίνα.

Πόσο λυπάμαι που είμαι Έλλην! Πόσο μπροστά θα πήγαινε η Ελλάδα αν δεν είχε τους Έλληνες! Αυτή τη φάρα των κατσικοκλεφτών, των κουτοπόνηρων, των ληστών, των παγαπόντηδων.

Και επιτέλους! Να πω μιαν αλήθεια ακόμη. Και αυτή την αλήθεια -είναι αλήθεια- ντρέπομαι λιγάκι να την πω. Και που τη νιώθω ακόμη, ντρέπομαι. Αλλά φαίνεται πως είναι η αρχή της κατηφόρας που με έχει πιάσει βλέποντας και ακούγοντας τους Έλληνες πολιτικούς μας. Καλύτερα, λοιπόν, να έρθουν να μας διοικήσουν ΞΕΝΟΙ. Γερμανοί, Γάλλοι, Ισπανοί, Αμερικάνοι… αδιάφορο. Χίλιες φορές καλύτερα αυτοί παρά οι διάφοροι αδιάφοροι και επικίνδυνοι Σαμαραπαπαντρεοτσιπρακαρατζαφεροπαπαρήγες. Χίλιες φορές καλύτερα θα τα καταφέρουν οι Χέλμουτ, οι Φριτς, οι Ζαν-Πιέρ κι οι Χόρχες. Τουλάχιστον θα λειτουργούν οι συγκοινωνίες μας και οι επιστολές μας θα πηγαίνουν στον προορισμό τους. Αυτά τα απλά.

Κι η εθνική μας περηφάνια; Να την βράσω την εθνική μας περηφάνια. Άλλωστε αυτήν μας την κατάργησαν, μας την έλιωσαν, μας την ποδοπάτησαν οι άλλοι. Οι δικοί μας. Ας είναι. Ας έρθουν, λοιπόν, οι Σμιθ κι ο Πέτρος κι ο Γιόχαν μαζί. Αυτοί οι παρεξηγημένοι, οι βάρβαροι. Που τους μισώ.

Μπορεί να μην κάνουν καλό, αλλά –είμαι πια σίγουρος και ντρέπομαι που το γράφω δημόσια αυτό- δε θα μας κάνουν κακό.

Monday, July 04, 2011

Ευκολίες


Η κριτική είναι εύκολη. Γίνεται από τους πάντες «εναντίον» πάντων. Μπορούμε χωρίς αιδώ και σεμνότητα να κρίνουμε μια σειρά προσωπικότητες, από το Χριστό, τον Μπέργκμαν, τον Ντίλαν και τον Ελύτη μέχρι το γείτονα. Δηλαδή νιώθουμε ελεύθεροι –μερικές φορές και υποχρεωμένοι, λες και μας ζήτησαν τη γνώμη τους- να δηλώσουμε ότι ο μέγας Σουηδός κινηματογραφιστής είναι βαρύς κι ασήκωτος, μαυρόασπρος, αργός και ό,τι άλλο θέλουμε, ο Χριστός εκτός εποχής και έξω από τις αγορές, ο τάδε ξεπερασμένος κι ανυπόληπτος πια, ο δείνα έτσι κι ο άλλος αλλιώς.

Και η διαμαρτυρία είναι εύκολη. Είναι πολλά αυτά για τα οποία εμείς οι Έλληνες τον τελευταίο καιρό πρέπει να διαμαρτυρηθούμε –και διαμαρτυρόμαστε. Από τους πολιτικούς που μας κυβερνούν μέχρι την τηλεόραση με το άθλιο εμπόριο ψυχών και σωμάτων που προβάλλει, από τις εφημερίδες και τους δημοσιογράφους που έχοντας ως στόχο το κέρδος και μόνο παίζουν το παιχνίδι των εξουσιών ξεπερνώντας τις εξουσίες μέχρι τον αθλητισμό και το ποδόσφαιρο που κατάντησαν μόνο αθλητισμός και ποδόσφαιρο να μην είναι.

Και διαμαρτυρόμαστε αγανακτισμένοι για όλα αυτά. Όχι για τον Μπέργκμαν και τους άλλους –αυτοί, ως ξεχασμένοι ζουν πια στο απυρόβλητο, ευτυχώς- αλλά για τους άλλους. Αυτούς που θεωρούμε υπεύθυνους για την κατάντια μας. Και η κατάντια μας είναι να συζητούμε γι’ αυτούς, η κατάντια μας είναι να ενδιαφερόμαστε για τον διαιτητή και όχι για τον αγώνα, για την πισίνα κι όχι για τη θάλασσα, για τον καταναλωτή και όχι για τον πολίτη, για το εξώφυλλο κι όχι για το περιεχόμενο, για τον άλλον κι όχι για εμάς τους ίδιους.

Είναι άραγε πολυτέλεια να σκεφτούμε πόσοι από εμάς τους αγανακτισμένους που μαζευόμαστε στις πλατείες πληρώσαμε μέχρι δεκάρας το φόρο που μας αντιστοιχούσε τα τελευταία δέκα χρόνια, ας πούμε; Είναι πολυτέλεια να αναρωτηθούμε πόσοι από εμάς που δερνόμαστε για τη σημερινή κατάστασή μας σταθήκαμε στο ύψος μας, όταν μας ζητήθηκε να βοηθήσουμε το σύνολο, όταν μας ζητήθηκε να ποτίσουμε το δέντρο που μας κρατάει και μας δίνει ακόμη λίγη σκιά; Είναι πρωτότυπο και δύσκολο να μην παραδειγματιστούμε από την ξεφτίλα των πολιτικών μας –που δεν στέκονται στο ύψος των περιστάσεων- και να κοιτάξουμε μέσα μας πράττοντας διαφορετικά;

Είναι εποχή των μεγάλων ανακατατάξεων και ανατροπών. Μήπως πρέπει –επαναλαμβάνω- να σκάψουμε μέσα μας και να πούμε το μεγάλο Ναι που πέρα θα μας πάει «στην τιμή και στην πεποίθησή» μας κι όχι εκείνο –το σωστό- το Όχι «που θα μας καταβάλλει εις όλην την ζωή μας»;