Monday, June 04, 2007

Του δίναμε και καταλάβαινε


Ήταν μια εποχή που το ποδόσφαιρο το μαθαίναμε στους χωματόδρομους και στις αλάνες. Μαζευόμασταν όλοι, χωριζόμαστε σε ομάδες, κάποιοι περίσσευαν ή κάποιοι έλειπαν, και παίζαμε. Τι παίζαμε δηλαδή, του δίναμε και καταλάβαινε! Κι εκεί προς το τέλος της μέρας, λίγο πριν ή λίγο μετά την εξαφάνιση του διάπυρου άρχοντα, έτσι για να ξεδώσουμε λιγάκι, το αλλάζαμε σε μπάσκετ. Είχαμε κρεμάσει μια ξύλινη μπασκέτα στην ξύλινη κολόνα της ΔΕΗ μ' ένα στεφάνι που ποτέ δεν το θυμάμαι με διχτάκι, και παίζαμε το μπάσκετ. Έτσι, μ' αυτό τον τρόπο και καθημερινά. Και τουρνουά στις γειτονιές, όταν λάχαινε. Και σκίζαμε τα γόνατά μας, και ψάχναμε για τον τερματοφύλακα που έκανε τις καλύτερες βουτιές. Μ' αυτόν τον τρόπο μαθαίναμε το άθλημα. Ούτε πληρώναμε γυμναστές να μαζεύουν τον κάθε άσχετο και να χαλάει το παιχνίδι ούτε μπορούσαμε να διανοηθούμε ποτέ ότι την Τετάρτη 6.00 με 7.00 πριν τ' Αγγλικά έχουμε μάθημα μπάσκετ ή ποδόσφαιρο. Αυτά τα είχαμε σε καθημερινή βάση αμέσως σχεδόν μετά το μεσημεριανό φαγητό. Άκου Τετάρτη και Σάββατο από τότε μέχρι τότε.
Και το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ ή τα είχαμε μέσα μας και τα βελτιώναμε ή δεν τα είχαμε καθόλου. Ε, και γι' αυτούς που δεν τα είχαν καθόλου υπήρχαν θέσεις. Υπήρχε, ας πούμε, η πανελληνίως γνωστή και λίαν τιμητική θέση του εξωφυλλαρούχα ή αυτού που πίσω απ' το τέρμα κυνηγούσε την μπάλα ή της αλλαγής που ποτέ δεν έμπαινε παρά μόνο αν νικούσαμε 13-2. Βέβαια, μπορεί κάποιος απ' αυτούς τους άσχετους στραβοκλώτσηδες, κάποιος ψηλός και άχαρος, να έπαιζε απ' την αρχή. Ε, δικαιολογημένα. Η μπάλα ήταν δική του.
Έτσι λοιπόν μαθαίναμε και δε μαθαίναμε. Αν αυτή την πρακτική πάντως την περνούσαμε στο υποχρεωτικό μάθημα με κάποιον ψηλέα με φόρμα να μας λέει “όχι έτσι, αλλιώς, κλείσε τον απ' αριστερά, άμυνα γρήγορα” και τα τέτοια, είναι σίγουρο ότι θα τα παρατούσαμε γρήγορα. Γιατί είμαστε ελεύθεροι κι ελεύθεροι θέλαμε να μείνουμε. Ούτε σφιχτές άμυνες ούτε ζώνες ούτε μαν του μαν. Μας άρεσε το ίσιο, το καθαρό, το αντρίκιο, η περίτεχνη ντρίπλα, η πάσα, ο κενός χώρος, η δυνατή σέντρα, το μαρκάρισμα που ή ο παίκτης περνούσε ή η μπάλα, ποτέ και τα δυο. Και τα χαιρόμασταν όλ' αυτά και τσακωνόμαστε και βριζόμαστε και μετά πάλι φιλιώναμε. Η πολυτέλεια του διαιτητή και η υποταγή στις δικές του μπούρδες μάς ήταν άγνωστη. Μόνοι μας αποφασίζαμε αν ήταν φάουλ ή όχι, αν η μπάλα πέρασε μέσα απ’ την πέτρα ή απέξω, αν το σουτ ήταν ψηλό και δεν το 'φτανε ο τερματοφύλακας ή αν είχε καρφωθεί στο γάμα. Και μαθαίναμε από μικροί να υποτασσόμαστε στη γνώμη των πολλών, της ομάδας, όχι του ενός που ερχόταν απ' το πουθενά και μπορεί να ήταν και άσχετος. Πώς να του εξηγήσεις του άσχετου ότι ο τύπος στην επίθεση που δεν παίρνει την μπάλα ποτέ αλλά του αρέσει να την κυνηγάει, δεν πιάνει, δε λογαριάζεται, αλλά είναι η βιτρίνα μας. Χωρίς αυτόν θα μας κυνηγούσε ο θειός του που είχε το οικόπεδο και θα έπρεπε να ψάχνουμε γι’ άλλο γηπεδάκι, πιο μακριά. Πώς να του τα εξηγήσεις αυτά και να καταλάβει γιατί η μια ομάδα παίζει με οχτώ παίκτες (είπαμε ο κεφάλας δεν πιάνεται) κι η άλλη με εφτά. Γίνεται; Δε γίνεται.
Δεν πηγαίναμε στο γήπεδο να δούμε ματς. Το γήπεδο ήταν για τους άντρες. Άσε που δεν είχαμε και λεφτά. Ο πατέρας μου με είχε πάρει κοντά δυο φορές όλες κι όλες. Μια σε προπόνηση και μια σε φιλικό. Του Εθνικού. Το ματς ήταν για άντρες. Έστω κι αν δε βρίζανε τότε στα γήπεδα ή δεν πανηγυρίζανε με τους γνωστούς σήμερα τρόπους ή δεν εκδηλώνανε τη θλίψη και την απογοήτευσή τους σπάζοντας και καίγοντας. Μια φορά μόνο θυμάμαι το θειο μου γυρίζοντας σπίτι από αγώνα Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού να γυαλίζει το μάτι του όταν άφηνε ένα κομμάτι ξύλου καπνισμένου πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ήταν από το δοκάρι της Αλεξάνδρας τότε που το 'χαν κάψει γιατί ψυλλιάστηκαν πως το παιχνίδι ήταν σικέ. Ηρωική εποχή. Το λάφυρο το κρατούσα για χρόνια, το κοίταζα κι αναπολούσα τους ήρωες μιας δεκαετίας. Κι αυτούς που έπαιζαν στο γήπεδο και τους άλλους, που παρακολουθούσαν τρώγοντας πασατέμπο κι έβλεπαν κορμιά να πέφτουν στο ξερό και πανηγύριζαν.
Αυτά όλα θα πει του δίναμε και καταλάβαινε. Παίζαμε μπάλα 4-5 ώρες την ημέρα, μέχρι που έπεφτε το βραδάκι. Και μόλις ερχόταν η νύχτα, τρέχαμε γρήγορα στο σπίτι καταϊδρωμένοι, πολλοί από μας τρώγαμε και το σχετικό μπερτάχι απ’ τη μάνα μας, γιατί δεν είχαμε επιστρέψει όταν μας φώναξε. Κάναμε μια γρήγορη “επανάληψη” στα μαθήματα και πέφταμε νωρίς στο κρεβάτι με το αυτί μας κολλημένο στο τρανζιστοράκι ακούγοντας άλλους ήρωες, τους ήρωες της νύχτας, άλλου είδους σπορ αυτό: το Νίκο Τζόγια να διαβάζει Ρεμπελιό των Ποπολάρων ή την Αρώνη, το Χορν, τη Χατζηαργύρη και τη Βαλάκου στο Θέατρο της Τετάρτης ή της Κυριακής. Και μας έπαιρνε ο ύπνος γλυκός πολλές φορές πριν φτάσει η εκπομπή στο τέλος της.
Σαν πολύ βουτυρωμένα μού φαίνονται τα σημερινά. Να τους μάθεις, λέει, την ντρίπλα, «Σήμερα μάθαμε την πάσα, μπαμπά», «την άλλη βδομάδα θα μάθουμε το λέι-απ» κι άλλα τέτοια ανεξήγητα. Αυτά που ήταν ξεχείλισμα ενεργητικότητας κι αντίδραση, ταλέντο κι αδρεναλίνη, σήμερα είναι μάθημα και διδασκαλία. Αυτά που αντιγράφαμε στα μουλωχτά, ο ένας από τον άλλο, και τα πλασάραμε μετά, δικά μας πια, σε τρίτους κάνοντας τους παικταράδες, σήμερα είναι αντικείμενο διδασκαλίας με χαρτιά, πίνακες, στιλό και τετράδια.
Αλλά σήμερα, βλέπετε, υπάρχουν πολλές και καλές μπάλες. Και τέρματα με δοκάρια, όχι με πέτρες, και στεφάνια με διχτάκι σε μπασκέτες γυάλινες. Γι' αυτό υπάρχουν και τόσα πολλά παιδιά με γυαλιά μόνα τους μπροστά σε τηλεοράσεις και σε μόνιτορ. Και δεν ιδρώνουν και δε ματώνουν τα γόνατά τους. Εκτός κι αν πέσουν άτσαλα καμιά φορά κάποια Τετάρτη έξι μ' εφτά πάνω στην άσφαλτο του γηπέδου σκίζοντας μάλιστα και την ακριβή τους φόρμα.

Υ.Γ. Ο κόσμος όμως δεν πάει πίσω. Άλλωστε μπορεί να 'ναι πιο επιστημονικά σήμερα και πιο σωστά τα πράγματα. Όμως εγώ πάντα θα θυμάμαι τον Τάκη τον Αγγελόπουλο, το Θωμά το Μαύρο, το Γιώργο Χριστόπουλο, το Γιώργο Μητρόπουλο στο τέρμα, τον ξάδερφό του τον Τάσο, τον Κώστα Τζανεδάκη κι όλη την παλιοπαρέα. Που μάτωνε και φώναζε και βριζότανε.
Γι' αυτούς αυτές οι γραμμές.

Friday, June 01, 2007

Για την Αμαλία

«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του».
(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...».
(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007).

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια κι επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκτός από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com/, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον Ορκο του Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»
(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:
«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας.»

Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

* ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ.

* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ.

* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ.

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ.

ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.

(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία").

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ

Wednesday, May 30, 2007

Για την Αμαλία της 1ης Ιουνίου

.
ο Βαγγέλης ΜΠΡΙΑΣΟΥΛΗΣ
ο Γιώργος ΚΛΟΥΒΑΣ
η Λουίζα ΒΙΝΗ
η Πέννυ ΛΙΟΣΗ
ο Γιάννης ΣΑΡΜΑΣ
η Αθηνά ΒΑΔΑΛΟΥΚΑ
είναι οι εξαιρέσεις.

ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΟΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΚΑΝΟΝΑΣ!

Tuesday, May 29, 2007

Στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής

"Τον συναντάμε στην ηλεκτρονική του διεύθυνση http://el-bardakos.blogspot.com. Τις επισκέψεις του τις κάνει ως el-bard. Δεν το κρύβει, είναι ο Λεφτέρης Μπαρδάκος και γράφει ποιήματα και πεζά. Τον γνώρισα με κείνο το μικρό, υπέροχο παλτό του. Μαθαίνω τη ζωή μέσα απ’ τα κείμενα, ακόμη και τα δικά μου, επιμένει".

Τι είναι το blog για μένα; ρωτά και εξηγεί: «Τα γραφτά μας είναι ρούχα. Φορεσιές που καλύπτουν τη γύμνια μας. Μας προστατεύουν από το κρύο του Άλλου, όταν αυτός θέλει να μας παγώσει. Από την κάψα του Άλλου, όταν ο Άλλος πάει να μας λιώσει. Μόνο κάτι αδιάκριτες ματιές διαπερνούν τα υφάσματα, λύνουν τις ραφές των γραμμών μας και βλέπουν τη σκέψη του σώματός μας. Τα σχολιάζουν τα φορέματά μας, κρεμούν τη γνώμη τους στη ντουλάπα μας.
Μια κρεμάστρα είναι το blog μου. Εκεί εγώ κρεμώ αργά τη νύχτα τα ρούχα μου και τρέχω μετά γυμνός στη σκοτεινή πόλη να βρω την επόμενη λέξη».

Γιατί ΚΕΙΜΕΝΑ και ΖΩΗ;
Κείμενα και Ζωή, έτσι απλά και χαμηλόφωνα, γιατί η Ζωή μού υπαγορεύει αργά και βασανιστικά κάθε γραμμή, κάθε λέξη, κάθε σημείο στίξης. Και μετά, το κάθε κείμενο μού συλλαβίζει, αργά και βασανιστικά, τη ζωή. Μαθαίνω τη ζωή μέσα απ’ τα κείμενα, ακόμη και τα δικά μου.
Η παρέλαση αυτών των κειμένων μπροστά στα μάτια μου είναι το πέρασμα της ζωής μου, με τις αγωνίες και τις αγονίες της. Όταν ήμουν μαθητής με δυσκόλευε να γράφω σε άπταιστη καθαρεύουσα αυτό που ήθελαν οι άλλοι να γράφω για να περνώ στις εξετάσεις. Οι καθημερινές εξετάσεις της ζωής μου τώρα μπορεί να είναι πιο δύσκολες, αλλά μ’ ευχαριστεί να γράφω τις εκθέσεις μου με τον τρόπο που θέλω εγώ. Και πάνω πάντα στα δικά μου θέματα.

Όσον αφορά τη Θεματολογία:
Προσπαθώ τα κείμενα που κρεμώ στο ιστολόγιο να μη σβήνουν με το πέρασμα της μέρας. Ανοίγομαι όσο μπορώ μέσα στον αδυσώπητο χρόνο, πολλές φορές βγάζοντάς του τη γλώσσα, κοροϊδεύοντάς τον σαν μικρό παιδί. Και σιγά-σιγά είδα να σχηματίζεται μπροστά μου μια θεματολογία, μια παράξενη γεωγραφία, διαφορετική από αυτήν του χάρτη. Μια γεωγραφία της καρδιάς. Εκεί όπου οι αποστάσεις δε μετρούνται με χιλιόμετρα. Μια γεωγραφία όπου ο Αλιγκιέρι Δάντης είναι δίπλα μου κι ο συνονόματός του τωρινός νεοέλληνας τραγουδοποιός χιλιάδες έτη φωτός μακριά μου. Αυτό ονομάζω γεωγραφία της καρδιάς, που μπλέκεται στο χώρο και στο χρόνο, και με τα δικά της μέτρα σχεδιάζει την προσωπικότητα και τις αλήθειες μου, την προσωπικότητα και τις αλήθειες του καθενός μας.
Κι οι πρωτεύουσές μου μπορεί να είναι η Παναγιά η Μολυβοσκέπαστη, ο Γιώργος Τρομάρας, μια κολόνα της ΔΕΗ, ένα παλτό που από μαύρο έγινε κόκκινο της φωτιάς, ο μπαρμπα-Αλέξαντρος των Γραμμάτων μας, ο Μενουχίν των βιολιών μας, το αηδόνι του φράχτη, η καθαρίστρια του σχολείου από τη Γεωργία. Όλα και όλοι το ίδιο κοντά μου, φυλαχτά καρφιτσωμένα στο έσω φανελάκι των ονείρων μου, στο έξω της πραγματικότητάς μου.

Και ναι μέσα από τα blogs έκανε φίλους:
Η γεωγραφία μου φτάνει μέχρι τους φίλους που σχολιάζουν και μιλούν μαζί μου. Όταν πέρσι το καλοκαίρι είχα πεθάνει για δυο μήνες, οι σχολιαστές, οι φίλοι μου με τις κραυγές τους με ανέστησαν. Αλίμονο! Δε γράφω για τον εαυτό μου μόνο.
Περνώ απ’ τους φίλους μου. Διαβάζω και τρέφομαι από τα δικά τους κείμενα. Παίρνω θερμίδες πολλές. Γι’ αυτό ίσως δεν μπορώ ν’ αδυνατίσω".

Από τη θέση αυτή
ευχαριστώ
τη φίλη
που με δέχτηκε
στο σαλόνι της.
λ.μ.

Wednesday, May 23, 2007

Ροσινιόλ στη Λέρνα

Από το απόγευμα έπεφτε μια ψιλή βροχή, μαγιάτικη. Κατά το βραδάκι, απόβροχο, προτείναμε στους δυο ξένους μας ελαφρό, καθαρά ελληνικό δείπνο. Σουβλάκι στη Λέρνα, δίπλα στους βάλτους όπου δρούσε η αρχαία Ύδρα, το τέρας που γεννήθηκε από τον Τυφώνα και την Έχιδνα. Τώρα ακίνδυνη πια, χωρίς τα εννέα κεφάλια της και το δηλητήριό της από το οποίο δεν γλύτωσαν ούτε ο Κένταυρος Χείρων ούτε ο ίδιος ο φονέας της, ο Ηρακλής, δεν έχει να κάνει τίποτα άλλο από το να ρουφά λίγη από την κνίσσα που ανεβαίνει στον ουρανό και να χαζεύει –αθέατη- τους τουρίστες αναθυμούμενη μέρες καλές.
Οι μυρουδιές από το υγρό χώμα κι από τον βρεμμένο γερο-πλάτανο συναγωνίζονταν την τσίκνα από την ψησταριά κι η συζήτηση με τους Γάλλους, μετά το φαγητό, άρχισε να περιστρέφεται στα γνωστά θέματα που συζητούν οι άνθρωποι όταν είναι πια χορτάτοι: τέχνη και πολιτισμός. Και τότε ακριβώς, στο αποκορύφωμα μιας μικρής ελληνογαλλικής διένεξης, το άκουσα πρώτος. Ένα αηδόνι κρυμμένο στη φυλλωσιά του μεγάλου πλάτανου άρχισε το τραγούδι του. Οι Γάλλοι δεν πίστεψαν ότι επρόκειτο για αυθεντικό ροσινιόλ (η γαλλική λέξη ανέσυρε για δευτερόλεπτα στη μνήμη τον παλαιό κινηματογράφο όπου είχα δει τα πρώτα ακατάλληλα έργα της εφηβείας μου). Είχαν την πεποίθηση ότι ο ταβερνιάρης είχε κρύψει ηχεία στα κλαδιά του πλάτανου για να ελκύει πελατεία. Έλα όμως που το ροσινιόλ συνέχιζε ακάθεκτο να ανεβοκατεβαίνει τις μουσικές του σκάλες χωρίς καμία μα καμία περιοδικότητα στο τραγούδι του! Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, χορτάτο κι αυτό από τα σουβλάκια και τη ζωή που κύλησε τόσο γρήγορα, στέκονταν κάτω από το δέντρο μαγεμένο. Τους πλησίασα.
«Αηδόνι δεν είναι αυτό;» ρώτησαν.
«Αηδόνι, βέβαια, τι άλλο θα μπορούσε να είναι».
«Δεν έχουμε ποτέ μας ακούσει αηδόνι», είπαν συγκινημένοι φτάνοντας μόνοι τους σε παλαιότερο συμπέρασμά μου: Μόλις ακούσεις αηδόνι να κελαηδά –ακόμη κι αν ποτέ σου δεν έχεις ακούσει το τραγούδι του-, θα μονολογήσεις: «Αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από αηδόνι».
Μείναμε λίγη ώρα ενεοί προσπαθώντας να κλείσουμε τις ρωγμές του χρόνου που άνοιξε ξαφνικά μέσα μας το θεϊκό αόρατο πτηνό. Και λίγο αργότερα, αφού αποτύχαμε στις προσπάθειες, αφήσαμε το χρόνο να τρέχει σαν αίμα. Θυμηθήκαμε τον Σεφέρη και το «Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες», τους είπα για τα δικά μου αηδόνια στο φράχτη στη Βόρεια Εύβοια και στην Κορώνη που αρχίζουν το τραγούδι τους στις 5.15 το πρωί ακριβώς, είπαμε για γαρδέλια και σπίνους, παπαδίτσες και καλογέρους, σιταρίθρες και καρδερίνες και φλώρους, είπαμε για βροχές και για λιακάδες, για πολλά υπό τους ήχους πάντοτε του ακούραστου βιρτουόζου. Το έβλεπα το ηλικιωμένο ζευγάρι, δεν ήθελαν να αφήσουν το αηδόνι και τη συζήτηση, ήθελαν να μείνουν εκεί, προσηλωμένοι στην πρώτη και –ίσως- μοναδική εμπειρία τους. Με δυσκολία μετά από ώρα με αποχαιρέτησαν και μπήκαν στο αυτοκίνητό τους.
Ποια μυστική δύναμη θέλησε να τους κρατήσει εκεί; Η μίζα, πιο υπάκουη από την μπαταρία, γύριζε ράθυμα, η τελευταία όμως δεν έδινε το ρεύμα. Μετά από λίγο έγινε φανερό πια ότι εξέπνευσε. Το όχημα δεν έπαιρνε μπροστά, με άλλα λόγια. Όσες προσπάθειες και αν δοκίμασε ο γηραιός οδηγός απέβησαν άκαρπες. Τελικά, μήπως τίποτα στον κόσμο μας δεν είναι τυχαίο; Μήπως το αηδόνι εν μέσω της κνίσσας που ταξίδευε ψηλά προς τους θεούς έστελνε και τη δική του παράκληση εκεί, να κρατηθούν οι λίγοι λάτρεις που του απέμειναν λίγο ακόμη κοντά του; Στο τέλος σπρώξαμε το αυτοκίνητο και πήρε μπροστά. Γρήγορα χάθηκαν τα φανάρια του στην πρώτη στροφή.
Όταν αργότερα μπήκαμε κι εμείς στο αυτοκίνητο και πριν γυρίσω το κλειδί στη μίζα σκέφτηκα ότι δε θα ήταν καθόλου παράξενο αν και το δικό μου όχημα, μολονότι καινούργιο, αρνούνταν να πάρει μπροστά. Το αηδόνι, βλέπετε, συνέχιζε το τραγούδι του μέσα από την υγρή φυλλωσιά του πλατάνου.

Friday, May 18, 2007

Βαρεί

.
- Ξέρεις, δάσκαλε, ο πατέρας μου βαρεί το κλαρίνο!
Είχε βάλει όλη την πιτσιρικάδα της τάξης να γράφουν μια έκθεση Πώς πέρασα τις διακοπές ή κάτι τέτοιο. Κι εκείνος είχε απορροφηθεί στην άνοιξη που έμπαινε με τ’ αρώματα κι όλα τα άλλα μυστικά της από το παράθυρο. Ο μικρός σηκώθηκε από την άλλη άκρη της αίθουσας κι έφτασε στην έδρα αθόρυβα, χωρίς να τον δει.
- Τι λες, μωρέ! Ξέρει ο πατέρας σου κλαρίνο;
- Αμέ! Και το βαρεί και κλαίει.
- Κλαίει; Γιατί; Είναι στενοχωρεμένος;
- Δεν ξέρω, δάσκαλε. Άλλοτε ναι, άλλοτε όχι. Εγώ τον έπιασα μια φορά να θυμάται τον αδερφό μου που τον χάσαμε πριν χρόνια, και καθόταν μέσα στο δωμάτιο μόνος του και βάρηγε το κλαρίνο κι έκλαιγε. Αλλά κι άλλη μια φορά, τότε που αρραβωνιάσαμε τη Χριστίνα μας, αυτός έφυγε από τον πολύ κόσμο και πήγε στο δωμάτιο. Εγώ κοίταξα από την κλειδαρότρυπα. Βάρηγε το κλαρίνο κι έκλαιγε πάλι. Γιατί, δάσκαλε, κλαίει;

Friday, May 04, 2007

Ο καθείς και η τσέπη του

.
Πέρασε ολόκληρος μήνας δίχως να κρεμάσω στο μπλογκ μου τίποτα. Κάτι οι διακοπές του Πάσχα κι οι βαρυστομαχιές, κάτι οι διάφοροι Τσιτουρίδηδες με ομόλογα και παγαποντιές, με αποπροσανατόλισαν. Δεν προσπαθώ να δικαιολογηθώ. Ή μάλλον, ας το θέσω αλλιώς: όσο δικαιολογημένος μπορεί να είναι ο Τσιτουρίδας, άλλο τόσο δικαιολογημένος είμαι κι εγώ.
Προσπαθώ να πιάσω το νήμα από κει που το άφησα. Αδύνατον! Άλλο απασχολεί τη σκέψη μου. Επειδή ζω σε μια μικρή πόλη που με ενδιαφέρει (αν και εγώ φαίνεται να της είμαι πλήρως αδιάφορος), θα ασχοληθώ με αυτήν.
Χθες γιόρταζε ο πολιούχος Άργους Άγιος Πέτρος. Και μαζί με τις λιτανείες, τους λόγους, τις παρελάσεις, την αργία, τα χαρούμενα πρόσωπα, τις ευχές και τα λοιπά, έμαθα και κάτι άλλο: ο νέος δήμαρχος, ο οποίος αναγνώρισε μερικούς μήνες πριν ότι παρέλαβε καταχρεωμένες δημοτικές επιχειρήσεις, παρέθεσε λουκούλειο γεύμα σε πεντακόσια περίπου άτομα (διευθυντές, διοικητές και άλλους «επισήμους») γιορτάζοντας και μ’ αυτόν τον τρόπο τον πολιούχο. Από την άλλη, στην αρχή της χρονιάς ο δήμος -διά του δημάρχου- ισχυριζόταν ότι δεν είχε να πληρώσει υπαλλήλους του.
Ο καημένος ο Δημοσθένης, μαλώνοντας τους συμπολίτες του, αναφέρει στον Κατ’ Αριστοκράτους λόγο του: «Παλιά η πόλη ήταν εύπορη και είχε λαμπρή δημόσια εμφάνιση, αλλά σε ιδιωτικό επίπεδο κανείς δεν υπερείχε από τους πολλούς. Απόδειξη αυτού είναι το επόμενο: Την οικία του Θεμιστοκλή και του Μιλτιάδη και των άλλων έξοχων ανδρών της εποχής εκείνης, αν βέβαια κάποιος από σας γνωρίζει ποια είναι, βλέπει πως δεν ήταν καθόλου μεγαλοπρεπέστερη από τις οικίες των πολλών, ενώ τα οικοδομήματα της πόλης και τα άλλα κατασκευάσματα είχαν τέτοια μεγαλοπρέπεια και ωραιότητα, ώστε κανείς από τους μεταγενέστερους να μην μπορεί να τα ξεπεράσει».
Επειδή, λοιπόν, βλέπω στη μικρή μου πόλη να κατοικούν πολλοί ιδιώτες σε πραγματικά παλάτια, πολλοί δηλ. να υπερέχουν ολοφάνερα, ενώ τα δημόσια οικοδομήματα να είναι απλώς υποφερτά, όταν δεν είναι για φτύσιμο.
Επειδή ο δήμος φαίνεται να μην έχει χρήματα να επιτελέσει επαρκώς τις καθημερινές και ανηλειμμένες υποχρεώσεις του.
Επειδή δεν είναι εύκολο ούτε κόσμιο αλλά ούτε και λογικό να υποχρεώσεις τον κάθε δήμαρχο να πληρώνει τους υπαλλήλους από την τσέπη του ή να χτίζει με προσωπικά του έξοδα το νοσοκομείο, το σχολείο και το δημαρχείο
Θα πρότεινα κάτι πιο εύκολο, κόσμιο και λογικό:
Όλες αυτές τις παράτες –τραπεζώματα, πυροτεχνήματα, ταξίδια στο εξωτερικό, φρου-φρου, αρώματα, πολυτελείς εκδόσεις και τα τέτοια που αποσκοπούν κυρίως σε μικροπολιτικά συμφέροντα- να τα πληρώνει ο καθένας –δήμαρχος, βουλευτής, υπουργός κλπ.- από την τσέπη του.
Υπάρχει αντίρρηση;