Ήταν μια εποχή που το ποδόσφαιρο το μαθαίναμε στους χωματόδρομους και στις αλάνες. Μαζευόμασταν όλοι, χωριζόμαστε σε ομάδες, κάποιοι περίσσευαν ή κάποιοι έλειπαν, και παίζαμε. Τι παίζαμε δηλαδή, του δίναμε και καταλάβαινε! Κι εκεί προς το τέλος της μέρας, λίγο πριν ή λίγο μετά την εξαφάνιση του διάπυρου άρχοντα, έτσι για να ξεδώσουμε λιγάκι, το αλλάζαμε σε μπάσκετ. Είχαμε κρεμάσει μια ξύλινη μπασκέτα στην ξύλινη κολόνα της ΔΕΗ μ' ένα στεφάνι που ποτέ δεν το θυμάμαι με διχτάκι, και παίζαμε το μπάσκετ. Έτσι, μ' αυτό τον τρόπο και καθημερινά. Και τουρνουά στις γειτονιές, όταν λάχαινε. Και σκίζαμε τα γόνατά μας, και ψάχναμε για τον τερματοφύλακα που έκανε τις καλύτερες βουτιές. Μ' αυτόν τον τρόπο μαθαίναμε το άθλημα. Ούτε πληρώναμε γυμναστές να μαζεύουν τον κάθε άσχετο και να χαλάει το παιχνίδι ούτε μπορούσαμε να διανοηθούμε ποτέ ότι την Τετάρτη 6.00 με 7.00 πριν τ' Αγγλικά έχουμε μάθημα μπάσκετ ή ποδόσφαιρο.
Αυτά τα είχαμε σε καθημερινή βάση αμέσως σχεδόν μετά το μεσημεριανό φαγητό. Άκου Τετάρτη και Σάββατο από τότε μέχρι τότε.
Και το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ ή τα είχαμε μέσα μας και τα βελτιώναμε ή δεν τα είχαμε καθόλου. Ε, και γι' αυτούς που δεν τα είχαν καθόλου υπήρχαν θέσεις. Υπήρχε, ας πούμε, η πανελληνίως γνωστή και λίαν τιμητική θέση του εξωφυλλαρούχα ή αυτού που πίσω απ' το τέρμα κυνηγούσε την μπάλα ή της αλλαγής που ποτέ δεν έμπαινε παρά μόνο αν νικούσαμε 13-2. Βέβαια, μπορεί κάποιος απ' αυτούς τους άσχετους στραβοκλώτσηδες, κάποιος ψηλός και άχαρος, να έπαιζε απ' την αρχή. Ε, δικαιολογημένα. Η μπάλα ήταν δική του.
Έτσι λοιπόν μαθαίναμε και δε μαθαίναμε. Αν αυτή την πρακτική πάντως την περνούσαμε στο υποχρεωτικό μάθημα με κάποιον ψηλέα με φόρμα να μας λέει “όχι έτσι, αλλιώς, κλείσε τον απ' αριστερά, άμυνα γρήγορα” και τα τέτοια, είναι σίγουρο ότι θα τα παρατούσαμε γρήγορα. Γιατί είμαστε ελεύθεροι κι ελεύθεροι θέλαμε να μείνουμε. Ούτε σφιχτές άμυνες ούτε ζώνες ούτε μαν του μαν. Μας άρεσε το ίσιο, το καθαρό, το αντρίκιο, η περίτεχνη ντρίπλα, η πάσα, ο κενός χώρος, η δυνατή σέντρα, το μαρκάρισμα που ή ο παίκτης περνούσε ή η μπάλα, ποτέ και τα δυο. Και τα χαιρόμασταν όλ' αυτά και τσακωνόμαστε και βριζόμαστε και μετά πάλι φιλιώναμε. Η πολυτέλεια του διαιτητή και η υποταγή στις δικές του μπούρδες μάς ήταν άγνωστη. Μόνοι μας αποφασίζαμε αν ήταν φάουλ ή όχι, αν η μπάλα πέρασε μέσα απ’ την πέτρα ή απέξω, αν το σουτ ήταν ψηλό και δεν το 'φτανε ο τερματοφύλακας ή αν είχε καρφωθεί στο γάμα. Και μαθαίναμε από μικροί να υποτασσόμαστε στη γνώμη των πολλών, της ομάδας, όχι του ενός που ερχόταν απ' το πουθενά και μπορεί να ήταν και άσχετος. Πώς να του εξηγήσεις του άσχετου ότι ο τύπος στην επίθεση που δεν παίρνει την μπάλα ποτέ αλλά του αρέσει να την κυνηγάει, δεν πιάνει, δε λογαριάζεται, αλλά είναι η βιτρίνα μας. Χωρίς αυτόν θα μας κυνηγούσε ο θειός του που είχε το οικόπεδο και θα έπρεπε να ψάχνουμε γι’ άλλο γηπεδάκι, πιο μακριά. Πώς να του τα εξηγήσεις αυτά και να καταλάβει γιατί η μια ομάδα παίζει με οχτώ παίκτες (είπαμε ο κεφάλας δεν πιάνεται) κι η άλλη με εφτά. Γίνεται; Δε γίνεται.
Δεν πηγαίναμε στο γήπεδο να δούμε ματς. Το γήπεδο ήταν για τους άντρες. Άσε που δεν είχαμε και λεφτά. Ο πατέρας μου με είχε πάρει κοντά δυο φορές όλες κι όλες. Μια σε προπόνηση και μια σε φιλικό. Του Εθνικού. Το ματς ήταν για άντρες. Έστω κι αν δε βρίζανε τότε στα γήπεδα ή δεν πανηγυρίζανε με τους γνωστούς σήμερα τρόπους ή δεν εκδηλώνανε τη θλίψη και την απογοήτευσή τους σπάζοντας και καίγοντας. Μια φορά μόνο θυμάμαι το θειο μου γυρίζοντας σπίτι από αγώνα Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού να γυαλίζει το μάτι του όταν άφηνε ένα κομμάτι ξύλου καπνισμένου πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ήταν από το δοκάρι της Αλεξάνδρας τότε που το 'χαν κάψει γιατί ψυλλιάστηκαν πως το παιχνίδι ήταν σικέ. Ηρωική εποχή. Το λάφυρο το κρατούσα για χρόνια, το κοίταζα κι αναπολ
ούσα τους ήρωες μιας δεκαετίας. Κι αυτούς που έπαιζαν στο γήπεδο και τους άλλους, που παρακολουθούσαν τρώγοντας πασατέμπο κι έβλεπαν κορμιά να πέφτουν στο ξερό και πανηγύριζαν.
Αυτά όλα θα πει του δίναμε και καταλάβαινε. Παίζαμε μπάλα 4-5 ώρες την ημέρα, μέχρι που έπεφτε το βραδάκι. Και μόλις ερχόταν η νύχτα, τρέχαμε γρήγορα στο σπίτι καταϊδρωμένοι, πολλοί από μας τρώγαμε και το σχετικό μπερτάχι απ’ τη μάνα μας, γιατί δεν είχαμε επιστρέψει όταν μας φώναξε. Κάναμε μια γρήγορη “επανάληψη” στα μαθήματα και πέφταμε νωρίς στο κρεβάτι με το αυτί μας κολλημένο στο τρανζιστοράκι ακούγοντας άλλους ήρωες, τους ήρωες της νύχτας, άλλου είδους σπορ αυτό: το Νίκο Τζόγια να διαβάζει Ρεμπελιό των Ποπολάρων ή την Αρώνη, το Χορν, τη Χατζηαργύρη και τη Βαλάκου στο Θέατρο της Τετάρτης ή της Κυριακής. Και μας έπαιρνε ο ύπνος γλυκός πολλές φορές πριν φτάσει η εκπομπή στο τέλος της.
Σαν πολύ βουτυρωμένα μού φαίνονται τα σημερινά. Να τους μάθεις, λέει, την ντρίπλα, «Σήμερα μάθαμε την πάσα, μπαμπά», «την άλλη βδομάδα θα μάθουμε το λέι-απ» κι άλλα τέτοια ανεξήγητα. Αυτά που ήταν ξεχείλισμα ενεργητικότητας κι αντίδραση, ταλέντο κι αδρεναλίνη, σήμερα είναι μάθημα και διδασκαλία. Αυτά που αντιγράφαμε στα μουλωχτά, ο ένας από τον άλλο, και τα πλασάραμε μετά, δικά μας πια, σε τρίτους κάνοντας τους παικταράδες, σήμερα είναι αντικείμενο διδασκαλίας με χαρτιά, πίνακες, στιλό και τετράδια.
Αλλά σήμερα, βλέπετε, υπάρχουν πολλές και καλές μπάλες. Και τέρματα με δοκάρια, όχι με πέτρες, και στεφάνια με διχτάκι σε μπασκέτες γυάλινες. Γι' αυτό υπάρχουν και τόσα πολλά παιδιά με γυαλιά μόνα τους μπροστά σε τηλεοράσεις και σε μόνιτορ. Και δεν ιδρώνουν και δε ματώνουν τα γόνατά τους. Εκτός κι αν πέσουν άτσαλα καμιά φορά κάποια Τετάρτη έξι μ' εφτά πάνω στην άσφαλτο του γηπέδου σκίζοντας μάλιστα και την ακριβή τους φόρμα.

Και το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ ή τα είχαμε μέσα μας και τα βελτιώναμε ή δεν τα είχαμε καθόλου. Ε, και γι' αυτούς που δεν τα είχαν καθόλου υπήρχαν θέσεις. Υπήρχε, ας πούμε, η πανελληνίως γνωστή και λίαν τιμητική θέση του εξωφυλλαρούχα ή αυτού που πίσω απ' το τέρμα κυνηγούσε την μπάλα ή της αλλαγής που ποτέ δεν έμπαινε παρά μόνο αν νικούσαμε 13-2. Βέβαια, μπορεί κάποιος απ' αυτούς τους άσχετους στραβοκλώτσηδες, κάποιος ψηλός και άχαρος, να έπαιζε απ' την αρχή. Ε, δικαιολογημένα. Η μπάλα ήταν δική του.
Έτσι λοιπόν μαθαίναμε και δε μαθαίναμε. Αν αυτή την πρακτική πάντως την περνούσαμε στο υποχρεωτικό μάθημα με κάποιον ψηλέα με φόρμα να μας λέει “όχι έτσι, αλλιώς, κλείσε τον απ' αριστερά, άμυνα γρήγορα” και τα τέτοια, είναι σίγουρο ότι θα τα παρατούσαμε γρήγορα. Γιατί είμαστε ελεύθεροι κι ελεύθεροι θέλαμε να μείνουμε. Ούτε σφιχτές άμυνες ούτε ζώνες ούτε μαν του μαν. Μας άρεσε το ίσιο, το καθαρό, το αντρίκιο, η περίτεχνη ντρίπλα, η πάσα, ο κενός χώρος, η δυνατή σέντρα, το μαρκάρισμα που ή ο παίκτης περνούσε ή η μπάλα, ποτέ και τα δυο. Και τα χαιρόμασταν όλ' αυτά και τσακωνόμαστε και βριζόμαστε και μετά πάλι φιλιώναμε. Η πολυτέλεια του διαιτητή και η υποταγή στις δικές του μπούρδες μάς ήταν άγνωστη. Μόνοι μας αποφασίζαμε αν ήταν φάουλ ή όχι, αν η μπάλα πέρασε μέσα απ’ την πέτρα ή απέξω, αν το σουτ ήταν ψηλό και δεν το 'φτανε ο τερματοφύλακας ή αν είχε καρφωθεί στο γάμα. Και μαθαίναμε από μικροί να υποτασσόμαστε στη γνώμη των πολλών, της ομάδας, όχι του ενός που ερχόταν απ' το πουθενά και μπορεί να ήταν και άσχετος. Πώς να του εξηγήσεις του άσχετου ότι ο τύπος στην επίθεση που δεν παίρνει την μπάλα ποτέ αλλά του αρέσει να την κυνηγάει, δεν πιάνει, δε λογαριάζεται, αλλά είναι η βιτρίνα μας. Χωρίς αυτόν θα μας κυνηγούσε ο θειός του που είχε το οικόπεδο και θα έπρεπε να ψάχνουμε γι’ άλλο γηπεδάκι, πιο μακριά. Πώς να του τα εξηγήσεις αυτά και να καταλάβει γιατί η μια ομάδα παίζει με οχτώ παίκτες (είπαμε ο κεφάλας δεν πιάνεται) κι η άλλη με εφτά. Γίνεται; Δε γίνεται.
Δεν πηγαίναμε στο γήπεδο να δούμε ματς. Το γήπεδο ήταν για τους άντρες. Άσε που δεν είχαμε και λεφτά. Ο πατέρας μου με είχε πάρει κοντά δυο φορές όλες κι όλες. Μια σε προπόνηση και μια σε φιλικό. Του Εθνικού. Το ματς ήταν για άντρες. Έστω κι αν δε βρίζανε τότε στα γήπεδα ή δεν πανηγυρίζανε με τους γνωστούς σήμερα τρόπους ή δεν εκδηλώνανε τη θλίψη και την απογοήτευσή τους σπάζοντας και καίγοντας. Μια φορά μόνο θυμάμαι το θειο μου γυρίζοντας σπίτι από αγώνα Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού να γυαλίζει το μάτι του όταν άφηνε ένα κομμάτι ξύλου καπνισμένου πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ήταν από το δοκάρι της Αλεξάνδρας τότε που το 'χαν κάψει γιατί ψυλλιάστηκαν πως το παιχνίδι ήταν σικέ. Ηρωική εποχή. Το λάφυρο το κρατούσα για χρόνια, το κοίταζα κι αναπολ

Αυτά όλα θα πει του δίναμε και καταλάβαινε. Παίζαμε μπάλα 4-5 ώρες την ημέρα, μέχρι που έπεφτε το βραδάκι. Και μόλις ερχόταν η νύχτα, τρέχαμε γρήγορα στο σπίτι καταϊδρωμένοι, πολλοί από μας τρώγαμε και το σχετικό μπερτάχι απ’ τη μάνα μας, γιατί δεν είχαμε επιστρέψει όταν μας φώναξε. Κάναμε μια γρήγορη “επανάληψη” στα μαθήματα και πέφταμε νωρίς στο κρεβάτι με το αυτί μας κολλημένο στο τρανζιστοράκι ακούγοντας άλλους ήρωες, τους ήρωες της νύχτας, άλλου είδους σπορ αυτό: το Νίκο Τζόγια να διαβάζει Ρεμπελιό των Ποπολάρων ή την Αρώνη, το Χορν, τη Χατζηαργύρη και τη Βαλάκου στο Θέατρο της Τετάρτης ή της Κυριακής. Και μας έπαιρνε ο ύπνος γλυκός πολλές φορές πριν φτάσει η εκπομπή στο τέλος της.
Σαν πολύ βουτυρωμένα μού φαίνονται τα σημερινά. Να τους μάθεις, λέει, την ντρίπλα, «Σήμερα μάθαμε την πάσα, μπαμπά», «την άλλη βδομάδα θα μάθουμε το λέι-απ» κι άλλα τέτοια ανεξήγητα. Αυτά που ήταν ξεχείλισμα ενεργητικότητας κι αντίδραση, ταλέντο κι αδρεναλίνη, σήμερα είναι μάθημα και διδασκαλία. Αυτά που αντιγράφαμε στα μουλωχτά, ο ένας από τον άλλο, και τα πλασάραμε μετά, δικά μας πια, σε τρίτους κάνοντας τους παικταράδες, σήμερα είναι αντικείμενο διδασκαλίας με χαρτιά, πίνακες, στιλό και τετράδια.
Αλλά σήμερα, βλέπετε, υπάρχουν πολλές και καλές μπάλες. Και τέρματα με δοκάρια, όχι με πέτρες, και στεφάνια με διχτάκι σε μπασκέτες γυάλινες. Γι' αυτό υπάρχουν και τόσα πολλά παιδιά με γυαλιά μόνα τους μπροστά σε τηλεοράσεις και σε μόνιτορ. Και δεν ιδρώνουν και δε ματώνουν τα γόνατά τους. Εκτός κι αν πέσουν άτσαλα καμιά φορά κάποια Τετάρτη έξι μ' εφτά πάνω στην άσφαλτο του γηπέδου σκίζοντας μάλιστα και την ακριβή τους φόρμα.
Υ.Γ. Ο κόσμος όμως δεν πάει πίσω. Άλλωστε μπορεί να 'ναι πιο επιστημονικά σήμερα και πιο σωστά τα πράγματα. Όμως εγώ πάντα θα θυμάμαι τον Τάκη τον Αγγελόπουλο, το Θωμά το Μαύρο, το Γιώργο Χριστόπουλο, το Γιώργο Μητρόπουλο στο τέρμα, τον ξάδερφό του τον Τάσο, τον Κώστα Τζανεδάκη κι όλη την παλιοπαρέα. Που μάτωνε και φώναζε και βριζότανε.
Γι' αυτούς αυτές οι γραμμές.
Γι' αυτούς αυτές οι γραμμές.