Tuesday, July 07, 2009

Άλλος για Μυτιλήνη;

- Να θυμηθούμε να πάρουμε μπουφάν μαζί μας. Και μερικές ζακέτες.
- Γιατί; Στη Μυτιλήνη πάμε, δεν πάμε στην Ισλανδία. 37 βαθμούς και θα σκάει ο τζίτζικας.
- Μυτιλήνη-ξεμυτιλήνη, τα βράδια θα κάνει ψύχρα. Από το να τρέχουμε να ψάχνουμε εκεί, καλύτερα να πάμε οργανωμένοι.
Μάλιστα. Βάλε, λοιπόν, κι ένα σακ βουαγιάζ με χοντρά. Κι άλλο ένα με παπούτσια, σαγιονάρες, πέδιλα, αθλητικά. Κι άλλο ένα με τα μπανιερά. Κι άλλο ένα με βατραχοπέδιλα, ψαροντούφεκα, καλάμια και λοιπά είδη ψαρικής. Και βέβαια, δυο σακ βουαγιάζ, ένα με τα ρούχα τα δικά μου κι ένα με τα δικά της. Μας κάνουν σύνολο έξι. Επί δύο, μια και από μια τα ίδια θα έχουν κι ο Νίκος με την Αθηνά, σύνολο δώδεκα. Τις καρέκλες της παραλίας δε θα τις πάρουμε μαζί μας; Ασφαλώς. Την ομπρέλα; Το συζητάς; Καρέκλες και ομπρέλα εκεί θα κοστίζουν 35 ευρώ την ημέρα. Τέσσερις καρέκλες, λοιπόν, και δύο ομπρέλες. Λάπ τοπ; Θα το πάρουμε, μπορεί να μας κατέβει καμιά ιδέα. Τα σχετικά με τη ζωγραφική του Νίκου; Βέβαια, κι αυτά. Ηλιοβασιλέματα στο Μόλυβο, πρωινά, η Πέτρα απέναντι, όλα αυτά εμπνέουν. Ή όχι; Και την τσάντα με τα φωτογραφικά και το τρίποδο. Κι ένα βαλιτσάκι με τα φάρμακα; Γίνεται χωρίς φάρμακα; Από απλές ασπιρίνες, ντεπόν, πονστάν και λοιπά αναλγητικά, μέχρι το σολουρίκ, το Τ4, τα πάρσιαλ, τα ελκοστόπ, τα βιαρτρίλ, τις δραμαμίνες, τις κολχικίνες, τα ιντεράλ, την κρέμα τη βολταρέν μήπως μας πιάσει καμιά μέση, τα ζανάξ -άνθρωποι είμαστε, μπορεί να αγχωθούμε, τα χάπια της πίεσης, της χοληστερίνης... Στοπ, δεν έχουμε πίεση ούτε χοληστερίνη, ακόμη εννοώ. Δεν έχουμε, αλλά ας είμαστε έτοιμοι, δεν ξέρεις τι γίνεται, μπορεί να χρειαστούν. Έξω θα τρώμε καθημερινά, ψητά και σουβλιστά, ε, στην ηλικία μας... Μάλιστα. Κι όλα τα άλλα για τα τσιμπήματα, για τα εξανθήματα, Α, να μην ξεχάσουμε και τα βέρτιγκο βόμεξ, μπορεί να μας πιάσει κάνας ίλιγγος. Και τα νιφλαμόλ για τα δόντια, τέτοιες στιγμές σε πιάνουν πονόδοντοι. Μάλιστα. Κι άλλο ένα βαλιτσάκι με φάρμακα για τον Νίκο, μας κάνουν... Δε θυμάμαι, έχασα το λογαριασμό. Να δούμε πώς θα χωρέσουμε στο αυτοκίνητο. ΄Εχουμε μεγάλο πορτ μπαγκάζ. Μεγάλο, ναι, δε λέω για τα πράγματα, αυτά θα χωρέσουν. Εμεί δε θα χωρέσουμε. Λέω να τα στείλουμε με φορτωτική και να μας περιμένουν έξω από το ξενοδοχείο.
- Για Μυτιλήνη, λοιπόν, ε;
- Ναι.
- Μπράβο, μπράβο. Είναι υπέροχα. Να πάτε στον Άγιο Ραφαήλ. Τον ξέρεις τον Άγιο Ραφαήλ.
- Όχι, δεν τον ξέρω. Τον μόνο άγιο που ξέρω εκεί είναι...
- Να πας να δεις την ηγουμένη και τα έργα της.
- Όχι, θα πάω να δω τα έργα του άλλου αγίου.
- Ποιου αγίου;
- Του αγίου Θεόφιλου του Χατζημιχαήλ.
- Ποιος είναι αυτός; Καινούργιος; Δεν τον έχω ακουστά.
Εγώ θα πάω να δω αυτόν τον καινούργιο, τον ετοιμόρροπο άγιο, τον αλαφροίσκιωτο και φοβισμένο, τον δικό μου άγιο, τον άγιο των χρωμάτων. Θα ψάξω και για κανένα ίχνος του άλλου, του Βενιαμίν του Λέσβιου.
Γι' αυτούς πάω στην Λέσβο. Αν χωρέσω, τελικά.

Monday, May 11, 2009

Για τη Σ.Σ.

"Το πήρα". Μ' αυτές τις δυο λέξεις μού ανακοίνωσε τη βράβευσή της.
Και μπορώ να πω πως δε χάρηκα απλώς. Πανηγύρισα. Περισσότερο από κείνην, είμαι σίγουρος.
Και το καταλαβαίνω. Όταν είσαι σεμνός -με ό,τι αυτή η ρημάδα η ξεχασμένη λέξη σημαίνει- δεν πανηγυρίζεις με τη δική σου επιτυχία. Φοβάσαι μήπως ξεπεράσεις τα μέτρα, νιώθεις μια διαφορετική γλύκα και μια πληρότητα άλλης υφής για να πανηγυρίσεις.
Εγώ όμως ελεύθερα το πανηγύρισα. Έβαλα κι ένα ποτό και κέρασα τον εαυτό μου.
Γιατί; Επειδή μήπως είναι φίλη μου; Επειδή πίστευα στο κείμενό της; Επειδή θεωρώ ότι τα γραφατά της αξίζουν γενικώς;
Για όλα αυτά, ασφαλώς.
Αλλά -κυρίως- επειδή μ' αρέσουν οι δρόμοι. Της στεριάς, της θάλασσας, των κειμένων. Οι υπόγειοι και οι κρυφοί. Όχι οι άλλοι, οι ολοφάνεροι κι οι φωτισμένοι με τις αμέτρητες πολύχρωμες διαφημίσεις, με τα στολισμένα μαγαζιά που σε προσκαλούν να περάσεις το κατώφλι τους, να μπεις μέσα μπας και βρεις στα ράφια τους κάποια απαστράπτουσα κούκλα ζαχαρίνη να σε βοηθήσει να ξεπεράσεις κι αυτή τη δύσκολη νύχτα.
Οι πονεμένοι δρόμοι της στεριάς μ' αρέσουν, οι κακοτράχαλοι, που ματώνουν τα πόδια σου. Και οι άλλοι, κάτω από την επιφάνεια, όπου πρέπει να κρατάς την ανάσα σου κι όσο αντέξεις. Αυτοί κι όχι οι γνωστοί, που, αν τους βαδίσεις, το πολύ-πολύ να σε πιάσει η μεσούλα σου από τις πολλές υποκλίσεις, τα γονατάκια σου από τα συνεχή γονατίσματα κι η γλώσσα σου από τα αλλεπάλληλα γλυψίματα.
Ναι, μ' αρέσουν οι δρόμοι που θα σε βρομίσουν από την ανθρώπινη πίκρα, που οι λέξεις τους θα σκίσουν το καινούργιο σου φορεματάκι, που οι "κρίσεις" των σαρκοβόρων θα τρυπήσουν τις παλάμες σου. 
Μόνο τότε, μ' αυτά τα χέρια θα μπορέσεις ν' ανοίξεις τα τετράδια σου για να αφήσεις ίχνη.
Κι αυτούς τους δρόμους ή τους παίρνεις από την αρχή και τους περπατάς παραδέρνοντας και χτυπώντας δεξιά κι αριστερά στα ρείθρα, στις μπάρες , στις μάντρες και σε όποια εμπόδια η υποκρισία, ο ψευτοεγωισμός κι η αμετροέπεια των γύρω σου στήνουν εμπρός σου, ή δεν τους παίρνεις ποτέ και βαδίζεις μη γνωρίζοντας -ο καημένος- ότι παραμένεις αναπότρεπτα στάσιμος. Εκεί, στη συμβολή των χειμάρρων χωρίς να βρέχεις τα πόδια σου.
Γι' αυτό πανηγύρισα, Σταυρούλα.
Για τη διαδρομή -αυθόρμητη ή προκαθορισμένη, το ίδιο κάνει- που μόλις ξεκίνησες.

Tuesday, May 05, 2009

Δεν

Στο χωριό υπάρχουν δύο εκκλησίες. Τώρα άρχισαν να χτίζουν και μια τρίτη, καινούργια εκκλησία. Μεγάλη. Ρίξανε τα μπετά. Το οικοδόμημα προβλέπεται να γίνει τεράστιο και λαμπρό.

Στο χωριό πάρχει και σχολείο. Δημοτικό. Τετραθέσιο. Το σχολείο μετά από πολλές ενέργειες ετών κατάφερε να πάρει και μια λυόμενη αίθουσα, για να τρώνε εκεί τα παιδιά και όχι να γεμίζουν ψίχουλα τα θρανία τους. Το σχολείο, βλέπετε, είναι ολοήμερο και τα παιδιά γευματίζουν εκεί.

Η εκκλησία διενεργεί εράνους. Πρώτα έκανε έρανο για τις αγιογραφίες στην κεντρική εκκλησία, τώρα για το χτίσιμο της καινούργιας. Κάνει εράνους και για το ραδιοφωνικό της σταθμό στην πρωτεύουσα. Η αγιογράφηση της παλιάς εκκλησίας κρατάει χρόνια και θα κρατήσει πολλά ακόμα. Πρέπει, λένε, να αγιογραφηθεί όλη, να μη μείνει εκατοστό χωρίς χρώμα. Αλλά, να μη γελιόμαστε: και η παλιά εκκλησία, καινούργια είναι.

Δεν μπορώ να φανταστώ πόσα χρήματα θα έχουν φύγει μέχρι τώρα ούτε πόσα θα φύγουν ακόμα για την καινούργια.

Το δημοτικό, ολοήμερο, μόλις και κατάφερε να πάρει ένα λυόμενο για τραπεζαρία. Το είπαμε. Προσπαθεί να αγοράσει και λίγα μέτρα από διπλανό οικόπεδο. Ο ιδιοκτήτης το πουλάει, αλλά λεφτά δεν υπάρχουν ούτε στον ευρύτερο δήμο ούτε αλλού. Έτσι, λίγο να μεγάλωνε και το προαύλιο. Αλλά δεν...

Σκέφτομαι τον Κοραή. Τον Διαμαντή. Και τον Παπατρέχα του. Αλλά δεν.   

Tuesday, April 21, 2009

Επετειακό 2

Γελώ σήμερα, 21η Απριλίου 2009. Γελώ που βλέπω στην οθόνη της τηλεόρασης να παρελαύνουν διάφοροι και να μιλούν για τη δικτατορία. Όλοι έχουν γίνει αντιστασιακοί σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια μετά. Και μιλούν για τις αντιστασιακές τους πράξεις. Ο Τάδε είχε μακριά μαλλιά κι ο αστυνομικός, εφόσον μακριά μαλλιά και νομιμότητα ήταν ασύμβατα, του πήρε την ταυτότητα. Του την έδωσε αργότερα στο τμήμα, όταν ο Τάδε πήγε νομοταγής και κοντοκουρεμένος. Ο Δείνα φορούσε λαχανί πετσετέ κάλτσες και τις επεδείκνυε μισοξαπλωμένος στη θέση του λεωφορείου μπροστά στα μάτια άλλου αστυνομικού. Άλλος φώναζε το φίλο του Θοδωράκη κι όταν ο αστυνομικός -πάντοτε παρόντες τότε ο αστυνομικοί- τον τσάκωσε για εξακρίβωση στοιχείων, αυτόν και το φίλο του, διαπίστωσε ότι ο φίλος του λεγόταν όντως Θόδωρας. Βλέπετε οι περισσότεροι Μουστακλήδες έχουν προ πολλού αποδημήσει κι όσοι ζουν δε βγαίνουν πια στο γυαλί. Τα είπαν, τα ξανάπαν, δεν μπορούν και δε θέλουν πια άλλο. Άλλωστε ακούγοντας Χατζηγιάννη και Βέρτη σήμερα, την εποχή της απελπισίας, δεν μπορείς να μιλάς για αντίσταση.
Έτσι κι εγώ δεν έχω τίποτα να πω, τίποτα να προσθέσω. Πλην... πλην... α, ναι! Κάτι. Κάτι στη μνήμη. Αμυδρό. Η δικατορία μού στέρησε τον πρώτο μου πραγματικό έρωτα. Είχαμε δώσει ραντεβού, το 1973 πια, έξω από το Πολυτεχνείο. Νοέμβρης ήταν. Δεκάξι του Νοέμβρη. Πήχτρα ο κόσμος και πού να την βρω. Την έψαχνα όλη νύχτα.
Την βρήκα πολύ αργότερα, το Νοέμβρη του '74, στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου. Στην πορεία. Την είδα κάτω από ένα πανό. Σφιγμένες γροθιές. Ήταν με άλλον.

Friday, November 07, 2008

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι…

.
Φαντάζομαι σε πόσο δύσκολη θέση βρίσκεται ο ομιλητής στο βήμα λίγο πριν ξεκινήσει την ομιλία του και βλέπει μπροστά του στο πολυπληθές κοινό ένα σωρό επίσημους. Περίπου σαν τον τερματοφύλακα στο κατάμεστο γήπεδο πριν από την εκτέλεση του πέναλτι. Και οι δύο έχουν σχεδόν σίγουρο το γκολ. Ο τερματοφύλακας απελπισμένος θα ριχτεί σε μια γωνιά ή θα κάτσει τελείως ακίνητος, προσευχόμενος να στραβοκλωτσήσει ο αντίπαλος. Ο ομιλητής από την άλλη θ’ αρχίσει απεγνωσμένος να κάνει υπολογισμούς, ποιον να προσφωνήσει πρώτον και ποιο δεύτερο, ποιον τρίτον και ποιον τέταρτον. Έτοιμος κι αυτός δηλαδή να πέσει προς τη μια ή προς την άλλη γωνία κι όποιον πάρει ο χάρος. Η διαφορά τους βέβαια είναι ότι ο τερματοφύλακας έχει πιθανότητες να την σκαπουλάρει: ο αντίπαλος μπορεί να σουτάρει στο γάμο του Καραγκιόζη, αλλά ακόμη κι αυτός ο ίδιος να πέσει στη σωστή γωνία ή η μπάλα να του έρθει στα χέρια. Ο ομιλητής αποκλείεται: σε όποια γωνιά κι αν πέσει, κάποιος θα του ξεφύγει. Δεν είναι δυνατόν να πιάσει δεκαπέντε μπάλες κι όλες με τη σωστή σειρά. Κάποια θα περάσει δίπλα του, από πάνω ή μέσα από τα πόδια του, την ώρα που θα ασχολείται με την άλλη. Βλέπει δηλαδή στο κοινό να καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις δυο βουλευτές, ας πούμε, ο νομάρχης, δυο δήμαρχοι, τρεις ιερείς (ο ένας με πτυχίο Α.Ε.Ι, για τους άλλους δυο δεν μπορεί να βάλει το χέρι του στη φωτιά), ένας υπολιμενάρχης, ένας πρόεδρος δημοτικού συμβουλίου, ο διοικητής της Πυροσβεστικής, ένας γραμματέας από υπουργείο, δυο ακόλουθοι υπουργού, άλλος ένας με στολή που δεν μπορεί πάνω από το βήμα να ξεχωρίσει το χρώμα της: γκρι σκούρο είναι, μπλε, πράσινο σκούρο; Δεν περίμενε βέβαια ο ομιλητής τέτοια προσέλευση, τέτοιες πιένες. Και για ποιο θέμα στο κάτω-κάτω; Έχει μιλήσει και άλλες φορές, αλλά ποτέ δεν είχε προβληματιστεί ιδιαίτερα. Με δυο επίσημους τη βολεύει, με δεκαπέντε όμως έχει πρόβλημα. Τον λούζει κρύος ιδρώτας. Πού να τους βάλει όλους αυτούς; Κάποιος θα του ξεφύγει, δε γίνεται, κάποιος υποδιοικητής, κάποιος αντιπρόεδρος επιμελητηρίου. Και αν είναι παρών και ο Δαφέρμος, αυτόν πού θα τον βάλει, μετά ή πριν από τον υπολιμενάρχη; Κι ο άτιμος ο ιδρώτας δε βοηθάει καθόλου σε τέτοιες περιπτώσεις. Ούτε βέβαια και το εύλογο ερώτημα -τι θέλουν όλοι αυτοί εδώ- τον βοηθάει. Τον τιμά βέβαια η παρουσία τους, αλλά ποια η σχέση τους με το θέμα; Τι μπορεί να τους ενδιαφέρει η ανταπόκριση του κόσμου στο έργο του Εγγονόπουλου κατά τον μεσοπόλεμο και η θαρραλέα στάση του Εμπειρίκου απέναντι στα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ομότεχνός του; Κι αυτές οι φράσεις του Εμπειρίκου, όταν θέλει να δώσει κουράγιο στον Εγγονόπουλο να συνεχίσει το έργο του χωρίς να δίνει σημασία σε όσους τον κυνηγούν, στους ανωφελείς κώνωπας, πάνε περίπατο. Δεν πρόκειται να τις διαβάσει μπροστά στους ιερείς. Τέτοιες λέξεις!
Ευτυχώς όμως υπάρχουν και άλλου είδους ομιλητές. Δεν αναφέρομαι στους έμπειρους, αυτούς που παίζουν στα δάχτυλα τις τυπικότητες, σ’ αυτούς που γνωρίζουν επακριβώς τη σειρά προσφώνησης του υπολιμενάρχη, ας πούμε: αυτοί έτσι κι αλλιώς γνωρίζουν πάντοτε από τα πριν το κοινό τους, ξέρουν περισσότερα για το κοινό που θα τους ακούσει παρά για το θέμα στο οποίο θα αναφερθούν. Εγώ μακαρίζω τους άλλους, αυτούς τους τυχερούς ομιλητές που μπροστά τους έχουν ένα ακροατήριο αποτελούμενο από απλούς καθημερινούς ανθρώπους, κοινούς θνητούς, φίλους αγαπημένους, γείτονες, γνωστούς, αλλά και ενδιαφερόμενους να ακούσουν τα σχετικά με το θέμα αγνώστους. Που έρχονται απρόσκλητοι και ωραίοι, ιδεώδεις ακροατές. Και που θα χειροκροτήσουν και θα επιβραβεύσουν, που είναι οι «κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι», χωρίς ούτ’ ένα δήμαρχο υποχρεωμένο να ζεσταίνει την καρέκλα του για μία-μιάμιση ώρα και που –είναι σίγουρο- ούτε θα καταλαβαίνει τίποτα και άλλα θα σκέπτεται κατά τη διάρκεια της ομιλίας.
Λίγες φορές έχω μιλήσει σε κοινό και σε όλες –ή σχεδόν σε όλες- ήμουν τυχερός ομιλητής. Ούτε δήμαρχοι και αντιδήμαρχοι, ούτε επίτροποι ούτε ο υπολιμενάρχης. Ούτε γούνες και μονόπετρα, ούτε μίτρες και γραμματείς. Όμορφη στιγμή να ξέρεις ότι όσοι βρίσκονται εκεί βρίσκονται για σένα ή για το θέμα σου. Αποκλειστικά. Χωρίς να έχουν καμιά υποχρέωση, χωρίς να θέλουν να πουλήσουν εκδούλευση. Και μετά το πέρας της ομιλίας ανταλλάσσουν μια θερμή –και όχι τυπική- χειραψία, λένε μια ζεστή κουβέντα. Ή φεύγουν στα γρήγορα χωρίς χαιρετούρες, κοιτάζοντας το ρολόι τους.
Είναι αλήθεια ότι τις πρώτες φορές ένιωσα άσκημα. Μα κανείς λοιπόν δε με προτιμά, κανέναν επίσημο δεν ενδιαφέρω, ουδείς νοιάζεται για τη λογοτεχνία, για το θέατρο; Δεν ένιωθα καλά και όλο το βράδυ στην ταβέρνα ήμουν θλιμμένος και απογοητευμένος. Δεν προσέδωσαν κύρος στη διάλεξη. Αν και είχαν προσκληθεί, έλαμψαν με την απουσία τους. Για ποιο λόγο; Τι έχουν μαζί μου; Μα ούτε ο υπολιμενάρχης; Μάλιστα η πρώτη σειρά θέσεων παρέμεινε εντελώς κενή μέχρι το τέλος της ομιλίας. Οι επίσημοι παρακολούθησαν την ομιλία μου αόρατοι εντελώς. Και κανένας από τους κοινούς θνητούς δεν ξεπέρασε τη συστολή του και δεν ήρθε να καθίσει μπροστά. Αργότερα βέβαια, κατάλαβα την εξαιρετική μου τύχη και από ποια δυσχερέστατη θέση με γλίτωσε η απουσία των επωνύμων.
Ευλογημένοι ομιλητές αυτοί. Που μιλούν σε κοινό που θέλει πραγματικά να τους ακούσει. Και που αυτό το κοινό είναι ουσιαστικά ο μόνος και πιο σπουδαίος επίσημος.

Monday, October 27, 2008

Επετειακό

...........................................Και οι έσχατοι έσονται έσχατοι ες αεί


Όταν ήμανε μικρός, δεκατριών δεκατεσσάρων χρόνων, ήμανε και κοντός. Θα έλεγα αρκετά κοντός. Έβλεπα τους άλλους, τους ψηλούς, να σκύβουν για να με κοιτάξουν, να μου χαϊδεύουν το κεφάλι με συμπάθεια, έβλεπα και τους κανονικούς να κοιτούν πέρα μακριά με άνεση και ζήλευα καθώς τεντωνόμουν στις μύτες των ποδιών μου. Πάντως δεν ήμανε και πολύ πολύ κοντός. Υπήρχαν στην τάξη μου και πιο κοντοί από μένα. Από αυτούς έπαιρνα κουράγιο.
Το πρόβλημά μου όμως παρουσιαζόταν ανυπέρβλητο κάθε 28η Οκτωβρίου και 25η Μαρτίου. Τότε, στις εθνικές γιορτές, που όλοι ετοιμαζόμασταν για τις παρελάσεις, που όλοι ήμασταν χαρούμενοι λόγω των αργιών, εγώ τα έβαφα μαύρα κι έτρεμα από φόβο. Φοβόμανε μην τύχει και με βάλουν να παρελάσω στην τελευταία σειρά. Ντρεπόμανε και δεν το’ θελα. Συνήθως, όμως, έμπαινα προτελευταίος ή τρίτος από το τέλος της γραμμής. Τότε έβλεπα τα βουνά να κινούνται μπροστά μου και με έπιανε το παράπονο. Ευτυχώς όμως, πριν αρχίσουν τα μάτια μου να θολώνουν, γύριζα κι έριχνα μια ματιά πίσω μου. Ένιωθα τότε τα κοντά ποδαράκια των άλλων να μ’ ακολουθούν κι ηρεμούσε η καρδιά μου.

Τώρα, πώς ήρθε μια 28η Οκτωβρίου κι ο γυμναστής με έβαλε στην τελευταία σειρά, δεν ξέρω. Έπεσε τηλέφωνο από κανένα γονιό που δεν ήθελε να βλέπει το παιδί του στην τελευταία σειρά, κάποιος γνωστός γνωστού του γυμναστή μπήκε μέσον, κάποιος πολύ κοντός απηύδησε και ζήτησε καλύτερη μεταχείριση, δεν μπορούσα ακόμη τότε να ξεκαθαρίσω. Το γεγονός πάντως ήταν ότι ο γυμναστής με έβαλε τελευταίο και μάλιστα δικαιολόγησε και την πράξη του: Μ’ αυτό τον τρόπο –είπε- η διμοιρία μας θα κάνει μια ωραία καμπύλη. Θα ξεκινάει ψηλά, θα χαμηλώνει, θα χαμηλώνει και στο τέλος θα παίρνει λίγο ύψος πάλι. Αυτό το τέλος και το λίγο ύψος ήμανε εγώ. Το είπε ασφαλώς για να με καλοπιάσει και να μη φέρω αντιρρήσεις.
Εμένα τότε δε μου άρεσαν ακόμη οι καμπύλες και παρεξηγήθηκα σφόδρα. Ήμανε κοντός και δε γύρευα να μπω μπροστά από κάποιον ψηλότερο. Το μόνο που ζητούσε η παιδική μου δικαιοσύνη ήταν να παρελάσω στο ύψος μου. Τρίτος από το τέλος; Τρίτος από το τέλος. Όχι όμως και τελευταίος χωρίς να το αξίζω. Όχι και στην τελευταία τετράδα. Μαύρη τετράδα, δηλαδή, δυάδα ήταν πάντα η τελευταία. Ένας στα αριστερά, δυο κενά στη μέση, κι ένας στα δεξιά. Έτσι, για να μαζεύουμε τα μπόσικα.

Αυτό πήγαινε πολύ. Στις πρόβες κρατούσα μούτρα στον καθηγητή μπας και καταλάβει. Τίποτα. Έκανα ανάποδα βήματα, ένα στο δεξί, δύο στ’ αριστερό. Πάλι τίποτα. Κούναγα δεξί χέρι δεξί πόδι ταυτόχρονα με μεγάλη προσπάθεια. Τίποτα. Λες και δεν υπήρχα, με αγνοούσε παντελώς. Στο τέλος είδα και απόειδα, πήγα και του μίλησα. Του τα ’πα ορθά κοφτά κι έξω απ’ τα δόντια. «Κοίταξε, δάσκαλε, εγώ τελευταίος δεν παρελαύνω. Βάλε με τρίτον απ’ το τέλος, βάλε με προτελευταίο, αλλά τελευταίος δεν κατεβαίνω. Βάλε με δίκαια εκεί που πάει το μπόι μου. Ούτε πιο μπροστά αλλά ούτε και πιο πίσω. Και σ’ ολόκληρη τετράδα, όχι σ’ αυτή την ουρά. Να το ξέρεις: με τέτοιες συνθήκες στην παρέλαση δεν κατεβαίνω». Το σκέφτηκε και το ξανασκέφτηκε ο γυμναστής, σφίχτηκε, κοκκίνισε –φάνηκε τότε ότι είχε πιεστεί να κάνει την κουτσουκέλα- και μ’ έφερε στη θέση μου, εκεί όπου μου άξιζε: τρίτον από το τέλος. Χάρηκα. Είχα δώσει τη μάχη κι είχα βγει νικητής.

Ανήμερα της γιορτής, ντυμένος στολισμένος, με το γραβατάκι να μου σφίγγει το λαιμό, κατέβηκα στον προκαθορισμένο χώρο της συγκέντρωσης. Έδωσα την παρουσία μου στον επιμελητή, πήρα τη θέση μου, αλλά όταν συνειδητοποίησα την πραγματικότητα ήταν πια αργά για κάθε αντίδραση. Οι έξι πίσω μου –η μια τετράδα και οι δυο ουρές- απουσίαζαν. Την είχαν κοπανήσει.

Sunday, May 04, 2008

Lost

.
Γελώ συνήθως
από μέσα μου
όσες φορές
φίλοι διάφοροι
που διαβάζουν
αυτές τις δυο σελίδες μου
την πρώτη με
τα κείμενά μου τα πεζά
και την άλλην
την πιο κρυφή
μ’ αυτά τα δόλια
τα –που λέω εγώ- ποιήματα
δηλώνουν περισπούδαστα
πως απ’ τις δύο
προτιμούν αυτήν
με τα πεζά
γιατί –πώς να το κάνουμε,
αυτή είναι
η εποχή μας-
ό,τι έχουν για να πουν
το λένε απερίφραστα
χωρίς να κρύβονται
πίσω από βαριές
κουρτίνες μεταφορικές
και άλλα κρούσματα του λόγου.
Πάρε παράδειγμα, μου λεν,
τα όμοια θέματά σου
για τον Παπαδιαμάντη
πόσο κομψά
στέκεται το πεζό σου
και πόσο λες ότι κάτι λείπει
από το άλλο, το ποίημα.

Γελώ υπογείως.
Γιατί γνωρίζω
πως υπάρχουνε οι κάμποι
κι οι πεδιάδες
με τους αγρότες τους
να σπέρνουν στάρια
και κριθάρια
παλιότερα και βρώμη
για τα ζωντανά
με τα ποτάμια τους
τα δάση –λιγοστά-
τα λιόδεντρα τις άλλες καλλιέργειες
όπως υπάρχουν
και τα βουνά με τις πλαγιές
και τις χαράδρες τους
-αυτά για τους ποιμένες.
Και ζουν εκεί και τα πονούν
φυτοζωούν
σπρώχνουνε τέλος πάντων
με κάποιο τρόπο κάθε φορά
τη ρόδα να γυρίσει.
Άλλος θα βρει νερό
άλλου θα του στερέψει το πηγάδι
σ’ άλλον κάποια αρνιά
θα φάει ο λύκος
άλλον θα τον ρημάξουν
οι ακρίδες.
Μερικοί κέρδισαν το λαχείο
με των συναισθημάτων
τις τελευταίες ανατιμήσεις
κι άνοιξαν ξενυχτάδικο
στην επαρχιακή οδό
να σιγοντάρουν τους καημούς
της νέας ρωμιοσύνης.

Αλλά ποιος απ’ αυτούς
τους –λέω εγώ- αγροτοποιμένες
αλύχτησε ποτέ
περισσότερο
ή ένιωσε πιο έρημος
και πιο απελπισμένος
πιο σύντροφος στο θάνατο
από το ναυαγό σε ένα
ξερονήσι;

Μένα μ’ αρέσουν τα ποιήματα
γιατί είναι ξερονήσια
ή διότι
μ’ αυτά ξεκίνησα να ζω
κι εδώ ξαναγυρίζω τώρα.