Tuesday, February 27, 2007

Η κολόνα


.......................................................................αφιερωμένο εξαιρετικά

Ήταν, λοιπόν, που λέτε μια φορά κι έναν καιρό μια κολόνα. Μια τσιμεντένια κολόνα από αυτές τις συνηθισμένες της ΔΕΗ. Όταν ξεφύτρωσε στο σταυροδρόμι είχε κι ένα φως επάνω της και φώτιζε το δρόμο τις νύχτες. Πολύ γρήγορα τη λάμπα την έσπασαν παιδιά με πέτρες (τότε υπήρχαν ακόμη πέτρες στους δρόμους της Αθήνας). Ο δήμος την αντικατέστησε και το φως ξεχυνόταν πάλι και φώτιζε λίγο τα σκοτάδια μας. Κάποιος γαβριάς, όμως, την ξανάβαλε αμέσως σημάδι και ξανάσπασε τη λάμπα. Να μην τα πολυλογώ, λαμπτήρας δε στέριωσε ποτέ στην κολόνα μας. Κι από τότε που –αν και κολόνα της ΔΕΗ- σκόρπιζε σκοτάδι, έγινε και το κέντρο του παιχνιδιού των μικρών. Πόσα φτυσίματα ξελευτερίας δεν έφαγε στην πλάτη της, πόσες πετριές από σφεντόνες, πόσα μικρά στρογγυλά άκακα βόλια από τα φλόμπερ της εφηβείας. Στο τέλος κατέληξε και κάτι σαν δημόσιο ουρητήριο της γειτονιάς και των περαστικών, δίποδων και τετράποδων. Έτσι όπως στεκόταν ολομόναχη κι ευθυτενής στο σταυροδρόμι, γρήγορα έγινε και κέντρο πληροφόρησης. Στην αρχή προσέλκυσε αγγελτήρια θανάτων και μνημοσύνων, μετά πρόσφερε εθελοντικά το κορμί της για κάθε είδους αφίσες. Οι διάφοροι μεροκαματιάρηδες αφισοκολλητές πρώτα απ’ αυτήν ξεκινούσαν τη νυχτερινή τους εργασία κι ύστερα σκορπίζονταν στους φράχτες, στους τοίχους και στις μάντρες.

Έψαξα να την βρω την κολόνα αυτή χτες που ξαναπέρασα από την παλιά μου γειτονιά. Δεν ήταν εκεί. Τα καλώδια τα πέρασε η ΔΕΗ υπόγεια, δεν της χρειαζόταν άλλο, λοιπόν, και την απέσυρε. Και ούτε πέτρες έχει πια η ασφαλτοστρωμένη ταχείας κυκλοφορίας λεωφόρος για εξάσκηση στο σημάδι ούτε παιδιά υπάρχουν στους δρόμους για κρυφτό και κυνηγητό. Για τους αφισοκολλητές δημιουργήθηκαν τεράστια ειδικά πάνελ κατά μήκος της λεωφόρου, για να κολλούν τις διαφημίσεις των νυχτερινών κέντρων και των καλσόν. Κι οι άνθρωποι τώρα πια δεν κατουράνε στους δρόμους, εκπολιτίστηκαν. Ούτε και οι έφηβοι παίζουν με φλόμπερ, αλλά με καλάζνικοφ και τελευταίας τεχνολογίας οπλικά συστήματα στις οθόνες των υπολογιστών τους.
Για κολόνες να μιλάμε τώρα;

Saturday, February 17, 2007

Μουντζούρα


12. Το Μαύρο

Από πού έρχεται το μαύρο; Κι όταν καταφθάνει –γιατί πολλοί πιστεύουν ότι φθάνει- πού στρατοπεδεύει; Εδώ ή εκεί; Στο χρόνο που λυγίζει κάτω από το βάρος μιας σκοτεινής γλώσσας ή στον τόπο όπου αφαιρούν το δίχτυ κάτω από τον ακροβάτη την ώρα του άλματος; Εγώ το μαύρο το είδα αμέσως μόλις άνοιξα τα μάτια μου. Ήταν κάτι σαν ζωή, μπορεί κι ακόμη λίγο πιο επώδυνο. Δεν το κατάλαβα αμέσως, γι’ αυτό και έπαιζα με όλα τα παιχνίδια που μου χάριζαν, γι’ αυτό κι έψαχνα σε ντουλάπες και συρτάρια όταν οι Άλλοι έλειπαν. Να βρω τι; Και να το κάνω τι; Το μόνο που βρήκα πάντως ήταν κάποιες ξεχασμένες ακτινογραφίες· σπασμένα κόκαλα, ύποπτες σκιές, καμπυλώσεις του χρόνου που σου χτυπάν κάποτε την πόρτα και σε καλούν εν ονόματι του μαύρου να ανοίξεις. Δεν άνοιξα. Ήμουν αθώος.
Από πού έρχεται, κύριοι ένορκοι; Από τα σπλάχνα του σκοτωμένου κύκνου ή κατευθείαν από τις πηγές του πένθους; Κι ο Θεός νομίζω ότι προβληματίζεται, αλλά η λύση που δίνει είναι εντελώς προσωπική. Δεν μας αγγίζει, εννοώ. Εμείς πάντοτε στοιχηματίζουμε κάτω από τους σταυρούς. Τον δεξί ή τον αριστερό; Ποιος θα συγχωρεθεί αυτή τη φορά; Κι όταν άνοιξαν τα σύνορα, όρμησαν τα ποτάμια κι έπλυναν όλες τις ξεραμένες κοίτες. Κάτι δηλαδή σαν γυναίκα που δένεται σφιχτά γύρω από το αντρικό κορμί. Και χτύπησαν ξανά τα νερά την πόρτα: εν ονόματι του μαύρου ανοίξτε. Και πάλι δεν άνοιξα. Ήμουν ακόμη αθώος.
Από πού έρχεται, λοιπόν, κύριοι; Από την ελπίδα ή από τον έλεο; Από το φόβο ή από το θρήνο; Κρυώνω. Δώστε μου το πανωφόρι σας. Έστω τα γάντια σας. Μπλέκονται τα μέλη μας σ’ αυτό τον χορό. Έχτισα το σπίτι σ’ αυτή την πλευρά της ιστορίας και νιώθω τόση μοναξιά. Το ένα μόνο γάντι; Και κάθε που η θάλασσα αγγίζει τον ουρανό πιστεύω πως ήρθε η στιγμή να ταξιδέψω. Τόσα και τόσα ταξίδια κι όμως είμαι αθεράπευτα αγκυροβολημένος εδώ, σ’ αυτή την πλευρά. Κι ελπίζω και φοβάμαι. Και το μαύρο πλησιάζει, έρχεται, έρχεται συνεχώς. Και μου χτυπά την πόρτα. Εν ονόματι! Έρχεται κι η ώρα ν’ ανοίξω. Είμαι ένοχος.

Thursday, February 15, 2007

11. Αστυάναξ

.
Μερικές φορές δε μιλάμε. Κοιταζόμαστε στα μάτια κι αρχίζουμε τις ιστορίες τις άλλες. Μια λέξη ο ένας, μια λέξη ο άλλος ξαναχτίζουμε το χωριό μας από τα θεμέλια. Φτιάχνουμε την πλατεία δίνοντας αντιπαροχή το στήθος μας. Η ράχη μας σηκώνει τα σπίτια, δίπατα. Στο κατώι τα ζώα κι απάνω οι νοικοκυραίοι. Τότε, μετά τη γέννηση των ανθρώπων, δοκιμάζουμε το γέλιο. Στην αρχή χαμόγελο κι όσο περνούν οι λέξεις, όσο ανεβαίνουν τον ανήφορο, τόσο κι αυτό αρχίζει τα δάκρυα. Ποτάμι τα δάκρυα. Έτσι ποτίζουμε τα δέντρα μας χιλιάδες χρόνια, με το αλμυρό νερό, το δύσκολο νερό. Μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, τα κηπευτικά και τα οπωροφόρα μας μ’ αυτό το νερό. Ροδάκινα της καρδιάς και τομάτες ολοκόκκινες οι ρόγες των κοριτσιών μας. Κι οι δάφνες κι οι ελιές μας μεγάλωσαν και ζουν στην αρμύρα. Αιωνόβια όλα γύρω μας, το ίδιο μ’ εμάς, το ίδιο με τις ιστορίες μας.
Στην υπομονή μας πάνω ξεφύτρωσαν κι οι πέτρες. Χιλιάδες χρόνια υπομονής και γίναν κατσάβραχα τα χωράφια μας. Ματώνουμε τις λέξεις μας κάθε που τα ξελιθαρίζουμε. Τόσο αίμα, σε κάθε γωνιά, σε κάθε βράχο σαν επίμονο κτηματολόγιο, που προσπαθεί να περιφράξει το βλέμμα μας, να εξασφαλίσει τις καρδιές μας να μην πετούν μακριά, στην άλλη πλευρά.
Τέτοιες ιστορίες διηγούνται τα μάτια μας στα εγγόνια μας. Για να γνωρίζουν. Όμως, πού και πού, όχι τα χειμωνιάτικα βράδια με το χιόνι που μας θάβει και μας ξεχνούν, αλλά την άνοιξη, μέσα στα πράσινα και στις παπαρούνες, ξεπετιέται ο Αστυάνακτας μετά από χιλιάδες χρόνια εγκλεισμού και το βάζει στα πόδια. Τρέχει στις ραχούλες και φωνάζει αρχαία ρήματα, ακατανόητα.
Στεκόμαστε ακίνητοι και τον παρακολουθούμε να μικραίνει.

Wednesday, February 14, 2007

10. Παρτίδα

Αποφασίσαμε να παίξουμε. Μια κίνηση εμείς από εδώ, μια οι άλλοι από αντίπερα. Ξεκαθαρισμένα πράγματα. Οι νικητές θα έπαιρναν την ομορφότερη. Παίζαμε, παίζαμε αιώνες ολόκληρους. Μια εμείς, μια οι άλλοι. Με τις ζαβολιές μας, τα μικροκλεψίματα, τις κομπινούλες μας. Κάποτε έφτασε και η ώρα των θυσιών. Έδωσαν αυτοί ένα άλογο. Εμείς έναν τρελό. Σιγά-σιγά σφίξαν τα πράγματα, μείναμε με δυο-τρία πιόνια ο καθένας, λίγο νερό κι άνεμο πολύ μέσα στα μάτια μας. Είχαμε την προσοχή μας τεταμένη. Αν καταφέρναμε να μπούμε στην περιοχή τους, βγάζαμε ερωτευμένη βασίλισσα. Οι άλλοι το ίδιο. Όμως οι κινήσεις μας γίνονταν όλο και πιο δύσκολα. Κολλούσαν τα χέρια μας, το νερό τελείωνε και στα μάτια μας λυσσομανούσε ένας αέρας που σήκωνε τα πάντα στο πέρασμά του. Μνήμες, παλιές φιλίες, επιμιξίες κι ανακατέματα, ανάγκες.
Εντωμεταξύ, η ομορφότερη είχε φύγει από κοντά μας κι έπαιζε πέρα στις καλαμιές. Όταν πήγαμε να την πάρουμε εμείς οι νικητές, βρήκαμε μόνο το ρούχο της.
Κι από πολύ μακριά ακούσαμε τις κραυγές από τα σφαγμένα πιόνια.

Friday, February 09, 2007

9. Περίληψη

.
Αχ, οι λύκοι πιάνουν τα καλοκαίρια τα νησιά, όμως αυτές οι σταγόνες στην ατμόσφαιρα δουλεύουν υπερωρίες. Μωρέ, πώς έγινε έτσι ο κόσμος που μια άρνηση του ενός σημαίνει του άλλου ζωή και ξύπνημα, που ένα λουλούδι του βουνού χτυπάει κατάστηθα την παπαρούνα της θάλασσας και μια άνοιξη των τόπων σαλεύει βαθιά μας καταιγίδα. Δε γίνεται έτσι ζωγραφική, χωρίς κανόνες και μέτρημα, λένε οι παλιοί δασκάλοι της τέχνης· χρειάζονται υπολογισμοί, γωνίες κι εφαπτομένες, χρειάζονται διαβήτες και τρίγωνα. Ευτυχώς που η χώρα μου, όπως κι η γλώσσα μου, δε γνώρισε ποτέ της ευθείες, αλλά μεγάλωσε σε καμπύλες και τεθλασμένες έτσι που από την αρχή να μη διακρίνεται το τέλος, οι δυο άκρες της να παραμένουν άγνωστες μεταξύ τους. Η ορατότητα ήταν πάντοτε ζήτημα όρεξης. Ευτυχώς. Γιατί σε άλλη περίπτωση δε θα μπορούσε ποτέ να με φωνάζουν Οδυσσέα, Έρση ή Λεφτέρη. Το πολύ να με βάφτιζαν Χανς, με ό,τι αυτό ήθελε υπονοεί. Και ταξιδεύω δε σημαίνει πλέω ή οδηγώ, αλλά παλεύω με την αρμύρα, με τον ιδρώτα και με την άνοιξη. Και πίνω νερό δε σημαίνει ξεδιψώ, αλλά προσεύχομαι. Γι’ αυτό και τα ελληνικά γίνονται τόσο δύσκολα για τους ξένους που δεν μπορούν ποτέ να καταλάβουν πώς μια τόση δα μικρή άνω τελεία ή ένα παρατημένο ματσάκι αγριολούλουδα αποσιωπητικά δίνουν ολότελα διαφορετικό νόημα στην πόρτα σου. Κι εδώ μπορείς να μάθεις τα πάντα από μια περίληψη, από ένα μέτρο τετραγωνικό περιορισμένο σε συρματόπλεγμα, από ένα ελάχιστο πέτρινο παραμύθι δίπλα στο τζάκι κοντά στα σύνορα -από την εδώ μεριά ή από την πέρα, αδιάφορο. Δε χρειαζόταν ποτέ ολόκληρη έκταση, το απέραντο δυσκίνητο μυθιστόρημα, ο ποταμός των νερών ή των λέξεων. Αρκούσε πάντοτε ένας ξεροπόταμος που γίνεται χείμαρρος ξαφνικός ή ένα μόνο δάκρυ στην κόχη του παραθύρου να κοιτάζει πέρα το δρόμο περιμένοντας να φανείς μες απ’ τη σκόνη. Αρκούσε πάντοτε να χωνεύουμε μέσα μας την άλλη άκρη, την αόρατη, να τη νιώθουμε να βαραίνει το βήμα μας ή να το κάνει φτερωτό Ερμή, αγγελιαφόρο να πετάει πάνω από τις λασπουριές και τα σύνορα.
Μόνο έτσι μπορούμε να δοκιμάζουμε μια μπουκιά ψωμί με δίχως να ξεδιψάμε την πείνα μας.

Tuesday, February 06, 2007

8. Ήχοι και σιωπές

.
Ήχος είναι η σιωπή της σιωπής. Το αναπαλαιωμένο χωριό είναι σιωπή. Το river party είναι σιωπή. Οι τουρίστες του καλοκαιριού το ίδιο. Οι παρέες στις ταβέρνες που καταβροχθίζουν τους τεράστιους ψητούς κυπρίνους και τις τηγανητές πέστροφες είναι σιωπή. Οι μπουλντόζες που ανοίγουν τους νέους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας είναι σιωπή. Όταν αυτές οι σιωπές σωπαίνουν, ακούγονται οι ήχοι. Η ανάσα της λίμνης, η χειμέρια νάρκη της ξεχασμένης αρκούδας, το χιόνι που σκεπάζει το φυλάκιο στην πέρα άκρη, το βλέμμα της αγελάδας που περνά αμέριμνη μπροστά μου είναι ήχοι. Ήχος είναι κι η σιωπηλή βροχή όταν ραντίζει τους Αλβανούς κάθε που παίρνουν την κατηφόρα ψάχνοντας ένα κουρέλι ζωής. Πολύχρωμο βουητό για τ’ αυτιά και τα μάτια. Ήχος με τα όλα του. Δεν απαιτεί οξυτάτη ακοή. Το μόνο που ζητάει είναι λευκή συνείδηση χωρίς εθνικούς ή άλλους ιδιοτελείς σπασμούς. Καμιά φορά νιώθω στο νότιο στήθος μου τα τζιτζίκια ν’ αρχίζουν το τραγούδι τους. Τότε καταλαβαίνω ότι ήρθε η ώρα για τα άλλα τραγούδια, τα μέσα. Μαζεύω τα λίγα υπάρχοντά μου, τα βλέμματα που είχα αφήσει στις παραλίες, τα κυνηγετικά μου αυτιά, τα φυσίγγια του ανέμου και την παλιά επαναληπτική μου γκαμπαρντίνα και ξεκινώ για πάνω, κυνηγός λαθραίος των ήχων.
Μέχρι να φτάσω εκεί, θα έχουν σωπάσει και τα τζιτζίκια.