Friday, October 12, 2007

Ένας απόμαχος μιλάει...

Αχ, Θεούλη μου, η πλατίτσα μου και το βασανισμένο μου κορμάκι! Πονάω παντού. Τα γερατιά, όπως και να' ναι, πονάνε. Κι αν έχεις περάσει και βάσανα πολλά στα νιάτα σου και δύσκολα χρόνια, αν έχεις γνωρίσει καλά στο πετσί σου την καταφρόνια του κόσμου, ε! τότε δεν έχεις ούτε να θυμάσαι κάτι, έστω για παρηγοριά. Κι αν σ' έχουν ξεχάσει και σ' ένα ανήλιαγο υπόγειο και κανείς δεν ήρθε τα τελευταία χρόνια να σου πει ένα λόγο γλυκό, ένα ευχαριστώ, να σου μιλήσει για τις χαμένες μάχες και τους αγώνες τους μισοτελειωμένους, η ζωή δεν υποφέρεται.
Μήπως μπόρεσα όμως να υποφέρω και τα νιάτα μου; Ήμασταν -θυμάμαι- καμιά εικοσαριά νέοι, όταν μπαίναμε αισιόδοξοι στη ζωή, ν' αγωνιστούμε και να προσφέρουμε. Θέλαμε να δώσουμε το είναι μας, να θυσιαστούμε για την τάξη μας. Σ' αυτή την τάξη βρεθήκαμε, αυτή νιώσαμε ότι πρέπει να αγαπήσουμε και για τα συμφέροντά της να αγωνιστούμε. Γρήγορα καταλάβαμε ότι μας περίμεναν δύσκολες μέρες, ότι η προσφορά και η θυσία μας δεν επρόκειτο να εκτιμηθούν, όπως ίσως ελπίζαμε. Από την πρώτη στιγμή αντιμετωπίσαμε την εχθρότητα του κόσμου. Δε χρειάστηκε να περάσει πολύ για να δεχτούμε τα πρώτα χτυπήματα. Εγώ, μάλιστα, θυμάμαι πολύ καλά αυτόν που με πλήγωσε στην πλάτη, το πρώτο χτύπημα. Τότε τα είχα χάσει, γιατί η ύπουλη μαχαιριά προερχόταν από ένα παιδί, ένα νέο δεκαπέντε-δεκάξι χρόνων. Δεν την περίμενα τόση κακία από έναν έφηβο, από τη στιγμή μάλιστα που τίποτα μέχρι τότε στην προσωπική μου ζωή δε δικαολογούσε τόση εχθρότητα. Περιττό να πω πως η πληγή αυτή δεν έκλεισε. Ακόμη τη νιώθω να με πονάει στην υγρασία που με ζώνει. Ίσως γιατί ήταν η πρώτη, παρέμεινε και η πιο επώδυνη.
Μετά ήρθαν κι άλλες: μπουνιές, κλωτσιές, χλευασμοί, προπηλακισμοί. Χρησιμοποίησαν εναντίον μου μαχαίρια, ψαλίδια, κατσαβίδια, ξυράφια. Ένας μάλιστα είχε φέρει μια φορά κι ένα πριόνι. Ευτυχώς τον συνέλαβαν και τον τιμώρησαν αυστηρά. Τους άφηνα όλους να εκτονώνονται. Φαίνεται ήταν πολύ καταπιεσμένοι στην προσωπική τους ζωή και δεν έβρισκαν άλλους τρόπους, πιο ήρεμους και πολιτισμένους, για να εκδηλωθούν, για να αντιδράσουν. Γρήγορα ήρθαν και τα τατουάζ που ανεξίτηλα χαράκωσαν τη νιότη μου κι αλλοίωσαν τη μορφή μου: καρδιές χαραγμένες στα μπράτσα μου με βέλη και αρχικά ονομάτων, καράβια κι αεροπλάνα, γήπεδα και ποδοσφαιριστές με όργωσαν, μ' έκαναν αγνώριστο. Αν ήξερα τι με περίμενε σ' αυτό τον κόσμο, αν κάποιος μου το 'λεγε και τον πίστευα, θα προτιμούσα να έμενα εκεί που είχα γεννηθεί, να ζήσω στη φύση, δίπλα στα άλλα δέντρα που τ' αγαπούσα και μ' αγαπούσαν. Στον καθαρό αέρα, μακριά απ' τη βρωμιά του κόσμου και την κακία του. Όμως κανείς δε μου είχε πει τίποτα, ίσως γιατί κανείς δεν περίμενε από μορφωμένους ανθρώπους τέτοια συμπεριφορά.
Μετά, όταν πέρασαν τα χρόνια κι έφτασα σε κάποια ηλικία, απόμαχος της ζωής, σκέφτηκα ότι θα μου έδειχναν πια το σεβασμό που μου είχε λείψει στα νιάτα μου. Φρούδες ελπίδες. Κανένας δε μου έδωσε σημασία, καμιά τρυφερότητα. Τα ένδοξα και τιμημένα γερατιά, άκουγα. Τρίχες, μην πιστεύετε κανέναν. Όλοι τον εαυτό τους κοίταγαν. Εμένα με παραπέταξαν στο σκοτεινό υπόγειο μαζί με άλλους συντρόφους μου και μας άφησαν εκεί, χωρίς τροφή, χωρίς φως και -κυρίως- χωρίς αναγνώριση. Χωρίς σύνταξη ζήσαμε όπως ζήσαμε, τα κουτσοβολέψαμε μερικά χρόνια. Ο Θεός ξέρει πώς επιζήσαμε ανάμεσα στο θανατερό σφιχταγκάλιασμα της αράχνης και στη μούχλα. Τιμημένα γερατιά! Τρίχες κατσαρές.
Ελπίζαμε ξανά πως μας ξέχασαν. Καλύτερα στη λήθη παρά να σε τυραννούν ηλίθιοι, έλεγε ένας μεγαλύτερος σε ηλικία σύντροφός μας που ήξερε πολλά, είχε σπουδάσει και σε ανώτερη σχολή για πάνω από δέκα χρόνια. Αυτά μας έλεγε, όταν ξαφνικά άνοιξε η πόρτα. Το φως του ήλιου μάς θάμπωσε. Νέοι βάρβαροι, χωρίς σεβασμό στην ηλικία μας, στους αγώνες και στα τραύματά μας, μας τράβηξαν και μας πέταξαν έξω, σ' ένα προαύλιο με ψηλά κάγκελα περιφραγμένο. Ήμασταν φυλακισμένοι που βγαίναμε μετά από χρόνια στο φως του ήλιου, αλλά κανενός τα πόδια δεν άντεχαν για μια βόλτα στην αυλή. Μείναμε έτσι σωριασμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, ανήμποροι μπροστά στη νέα δοκιμασία που νιώσαμε να μας απειλεί.
Ακούσαμε πως θα μας μετέφεραν σε μια νέα σχολή που είχε ανοίξει ξαφνικά και δεν είχαν προλάβει να προμηθευτούν καινούρια θρανία. Γι' αυτό επιστράτευσαν εμάς. Εμείς οι απόμαχοι της ζωής, τα ηλικιωμένα και τσακισμένα παλιά θρανία κληθήκαμε να βγάλουμε τα κάστανα απ' τη φωτιά. Τουλάχιστον να 'ναι τα χρόνια αυτά πιο ευγενικοί οι νέοι! Όπως και να 'ναι όμως, καλύτερα από τη μούχλα του υπογείου. Θα δώσουμε τις τελευταίες μας μάχες όρθιοι. Κι ό,τι βγει.
Φωτογραφία: Από την εγκατάσταση του Τ.Καντόρ, Θρανίο από τη Νεκρή Τάξη, 1975

9 comments:

meril said...

Καλημέρα καλημέρα...
Τη δική μου μέρα σίγουρα την έφτιαξες....

el-bard said...

Πρωινή-πρωινή, βλέπω. Και νόμιζα ότι όλοι ξυπνούν μετά τις δέκα (τουλάχιστον).
Σ' ευχαριστώ, meril.

scalidi said...

Να πω ότι αυτό είναι το αγαπημένο μου κείμενο από τα δικά σου; Το λέω, λοιπόν, και το πιο συγκινητικό. Άσε που το καταλαβαίνω αυτό το θρανίο από μικρό παιδάκι, όταν ήμουν, και στη συνέχεια κάτι σαν θρανίο ήθελα να γίνω και στο δρόμο συναντάω κι άλλα "θρανία", πραγματικά, εν δυνάμει και αξιόμαχα.

paroussa said...

Κι εγω, έλεγα μέσα μου διαβάζοντας,
πού το πάει... πού το πάει...
Ειναι λυπηρό νά μπορει κανείς να παρομοιάσει -και με τόση επιτυχία- τον άνθρωπο με τό θρανίο.
Με συγκίνησες και ήθελα να το ξέρεις.

el-bard said...

scalidaki
Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Πολλά "θρανία" βλέπω κι εγώ εδώ κι εκεί. Άλλα μου κλείνουν το μάτι, άλλα μου βγάζουν τη γλώσσα...

paroussa
Χαθήκαμε. Σε σκεφτόμαστε πάντα.

Σωκράτης Ξένος said...

Καλησπέρα, Λεφτέρη
Εδώ είμαι, φίλε, δίπλα ακριβώς,
διαβάζοτάς σε να διορθώνεις τον κόσμο

ellinida said...

Κι ό,τι βγει...
Καλημέρα! :)))

el-bard said...

Σωκράτη,
Αν μπορούσαν τα λόγια να διορθώσουν τον κόσμο...

el-bard said...

Καλημέρα, Ελληνίδα μας!